uppermost

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʌpərməʊst/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈʌpɚˌmoʊst/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(upər mōst′ or, esp. Brit., -məst)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uppermost,
the uppermost,
upmost
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(highest)ψηλότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (για όροφο, κτίριο)τελευταίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This picture shows the view from our uppermost balcony.
 Στη φωτογραφία αυτή φαίνεται η θέα από το ψηλότερο μπαλκόνι μας.
uppermost,
the uppermost,
upmost
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (prominent, primary)πρώτος και κύριος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Safety should be an automobile designer's uppermost consideration.
 Η ασφάλεια θα πρέπει να είναι το πρώτο και κύριο μέλημα των σχεδιαστών αυτοκινήτων.
uppermost,
upmost
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (prominently)που υπερισχύει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει δεσπόζουσα θέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στην πρώτη θέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει, πάντα, αντιστοιχία στη δομή.
 Thoughts of his distant home and family came uppermost to his mind.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Βρέθηκαν στην πρώτη θέση της κατάταξης.
uppermost,
upmost
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(on top)από πάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The toast landed on the floor with the buttered side uppermost.
 Το τοστ προσγειώθηκε στο πάτωμα, με τη βουτυρωμένη πλευρά από πάνω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'uppermost' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση uppermost στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'uppermost'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης