unwillingness

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʌnˈwɪlɪŋnɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unwillingness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reluctance)απροθυμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The new computer-based tests were met with some unwillingness by our teachers.
unwillingness to do [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reluctance to do) (να κάνω κτ)απροθυμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Johan's unwillingness to serve on the committee took us all by surprise.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unwillingness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unwillingness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unwillingness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης