unwanted

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈwɒntɪd/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unwanted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that [sb] does not want)ανεπιθύμητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατ' επέκταση)άχρηστος, περιττός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (εμπόρευμα)αζήτητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 People sometimes leave unwanted furniture outside their houses.
 Μερικές φορές οι κάτοικοι της περιοχής αφήνουν ανεπιθύμητα αντικείμενα έξω από το σπίτι τους.
unwanted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (attention, etc.: unsolicited)ανεπιθύμητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We keep getting unwanted phone calls from telemarketers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unwanted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unwanted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unwanted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης