untrustworthy

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnˈtrʌstwɜːrði/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
untrustworthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: not deserving trust) (άτομο)αναξιόπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her untrustworthy housekeeper had been stealing from her for years.
 Η οικονόμος της είναι τελείως αναξιόπιστη! Την έκλεβε για πολλά χρόνια.
untrustworthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (speech, text: not reliable) (κείμενο, πηγή)αναξιόπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Don't use untrustworthy translations like these in your research.
 Μη χρησιμοποιείς τέτοιες αναξιόπιστες μεταφράσεις σαν αυτή εδώ για τις μελέτες σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'untrustworthy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση untrustworthy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'untrustworthy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης