unstop

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈstɒp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈstɑp/ ,USA pronunciation: respelling(un stop)

Inflections of 'unstop' (v): (⇒ conjugate)
unstops
v 3rd person singular
unstopping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
unstopped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
unstopped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unstop [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove a cork or plug from) (βγάζω πώμα ή τάπα)ξεβουλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)αποπωματίζω, εκπωματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για μπουκάλι, φιάλη)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unstop στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unstop'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης