unpopular

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈpɒpjʊr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈpɑpyəlɚ/ ,USA pronunciation: respelling(un popyə lər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unpopular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: not widely liked)μη δημοφιλής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was unpopular at school because of her teasing.
 Δεν ήταν δημοφιλής στο σχολείο γιατί κορόιδευε τους άλλους.
unpopular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thing: not widely favoured)που δεν είναι αρεστός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αντιδημοτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The mayor was warned that the regulations would be unpopular.
be unpopular with [sb] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (out of favour with [sb])δεν με συμπαθεί κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν τα πάω καλά με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω καλές σχέσεις με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Would you ask him for me? I'm a little unpopular with him just now.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unpopular' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unpopular στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unpopular'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης