unmitigated

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈmɪtɪgeɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈmɪtɪˌgeɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(un miti gā′tid)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unmitigated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (total, not lessened)απόλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (χωρίς περιορισμό)αμείωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 John responded to the news with unmitigated joy.
unmitigated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disaster: absolute, total)απόλυτος, ολοκληρωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The loss of their coach has been an unmitigated disaster for the team.
unmitigated by [sth] adj + prep (not lessened by)που δεν μειώνεται, που δεν μετριάζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The summer heat was unmitigated by the faintest breeze.
unmitigated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (crime: not excused)αδικαιολόγητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The judge described the murder as an unmitigated act of brutality.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unmitigated στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unmitigated'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης