unionism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'unionism', 'Unionism': /ˈjuːnjəˌnɪzəm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈyunyəˌnɪzəm/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(yo̅o̅nyə niz′əm)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unionism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adherence to a trade union)συνδικαλισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The report analyzes the effect of unionism on the wages of production workers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unionism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unionism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης