WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uninvited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: not welcome) (για πρόσωπα)απρόσκλητος, ακάλεστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The police have warned residents not to allow uninvited callers into their houses.
uninvited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (opinion, etc.: unsolicited) (για απόψεις)αυτόκλητος, αυθαίρετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ruth resented her aunt's uninvited advice on how she should lead her life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
uninvited guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unwelcome person)απρόσκλητος επισκέπτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The doormen made sure that no uninvited guests were able to get into the party.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'uninvited' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση uninvited στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'uninvited'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης