uninterested

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈɪntrəstɪd/, /ʌnˈɪntrɪstɪd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ʌnˈɪntərəstɪd, -trəstɪd, -təˌrɛstɪd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(un intər ə stid, -trə stid, -tə res′tid)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uninterested adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not interested)αδιάφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Denise was uninterested in the programme, so she switched off the TV.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'uninterested' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση uninterested στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'uninterested'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης