unintentional

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnɪnˈtɛnʃənəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌʌnɪnˈtɛnʃənəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(un′in tenshə nl)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unintentional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not intended)ακούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν έγινε σκόπιμα, που δεν έγινε επίτηδες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Roadworks caused the unintentional rupture of a water main.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unintentional' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unintentional στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unintentional'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης