uninhabited

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnɪnˈhæbɪtɪd/US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌʌnɪnˈhæbɪtɪd/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uninhabited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not lived in)ακατοίκητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The island is uninhabited because nothing much will grow there.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'uninhabited' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση uninhabited στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'uninhabited'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης