unilateralism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈjuːnɪˈlætərəlɪzəm/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(yo̅o̅′nə latər ə liz′əm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unilateralism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (participation by one side only)μονομερής ενέργεια, μονομερής πρακτική φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unilateralism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unilateralism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης