unhealthy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈhɛlθi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈhɛlθi/ ,USA pronunciation: respelling(un helthē)

Inflections of 'unhealthy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
unhealthier
adj comparative
unhealthiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unhealthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: sickly, ill)άρρωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Doctors say he's too unhealthy to fly.
 Οι γιατροί είπαν ότι είναι πολύ άρρωστος για να μπορέσει να ταξιδέψει αεροπορικώς.
unhealthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (action, habit: harmful)ανθυγιεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I think her drinking's becoming unhealthy: she starts at lunchtime now.
 Νομίζω ότι η σχέση της με το ποτό έχει γίνει ανθυγιεινή. Πλέον αρχίζει να πίνει από το μεσημέρι!
unhealthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (symptom: suggesting ill health)ασθενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I found his unhealthy color a little alarming.
 Βρήκα το ασθενικό του χρώμα κάπως ανησυχητικό.
unhealthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: harmful)ανθυγιεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 People eat too much unhealthy food these days.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unhealthy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an unhealthy [person, child, diet, patient], eat [too much, less] unhealthy food, is an unhealthy habit (to have), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unhealthy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unhealthy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης