undo

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnˈduː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈdu/ ,USA pronunciation: respelling(un do̅o̅)

Inflections of 'undo' (v): (⇒ conjugate)
undoes
v 3rd person singular
undoing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
undid
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
undone
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
undo [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (buttons: unfasten)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξεκουμπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Olivia undid the buttons on her coat.
 Η Ολίβια άνοιξε τα κουμπιά στο παλτό της.
undo [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (garment: unfasten)ξεκουμπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ben undid his shirt and took it off.
 Ο Μπεν ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και το έβγαλε.
undo [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (open, unwrap)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξετυλίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Amanda undid the parcel.
 Η Αμάντα άνοιξε το δέμα.
undo [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reverse)διορθώνω, επανορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)παίρνω πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's your fault Tom's upset; you did it, so now you have to find a way to undo it!
 Εσύ φταις που ο Τομ είναι αναστατωμένος· εσύ το έκανες οπότε τώρα πρέπει να βρεις τρόπο να επανορθώσεις!
undo [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (computing: delete, erase)αναιρώ, ακυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω αναίρεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω undo περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The formatting change was a disaster, so Kirsty undid it.
 Η αλλαγή στη μορφοποίηση ήταν σκέτη καταστροφή και έτσι η Κίρστι την αναίρεσε.
undo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer key: delete)αναίρεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)undo ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 It's OK; just press undo and you'll get the document back to how it was before.
 Δεν υπάρχει πρόβλημα. Απλά κάνε αναίρεση και το έγγραφο θα επανέλθει στη μορφή που είχε πριν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
undo [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary (lead to downfall) (μεταφορικά)καταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The minister made one stupid mistake, but it undid him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'undo' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: hit the undo [button, arrow, tab], undo a [button, shirt, knot, ribbon], undid his shirt [quickly, seductively, carelessly], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση undo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'undo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης