undeniable

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌndɪˈnaɪəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌʌndɪˈnaɪəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(un′di nīə bəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
undeniable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cannot be disputed)αδιαμφισβήτητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's undeniable now that polar ice is shrinking every year.
 Είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι οι πολικοί πάγοι λιώνουν χρόνο με τον χρόνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
undeniable fact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] incontrovertible)αναμφισβήτητο γεγονός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It is an undeniable fact that we will all die one day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'undeniable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση undeniable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'undeniable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης