unconcerned

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnkənˈsɜːrnd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(un′kən sûrnd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unconcerned adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not troubled)αδιάφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν νοιάζεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Simon was unconcerned about missing the bus because he knew that another one would soon arrive. Ignoring all attempts to attract its attention, the unconcerned cat continued washing itself.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unconcerned' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unconcerned στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unconcerned'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης