unceremonious

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnsɛrɪˈməʊniəs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌʌnsɛrəˈmoʊniəs/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(un′ser ə mōnē əs)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unceremonious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (abrupt, without due courtesy) (τρόπος)απότομος, τραχύς, αγενής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κοφτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
unceremonious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (informal)ανεπίσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χωρίς τυπικότητες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unceremonious στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unceremonious'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης