uncanny

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌnˈkæni/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʌnˈkæni/ ,USA pronunciation: respelling(un kanē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uncanny adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (supernatural, strange)απίστευτος, απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παράξενος, περίεργος, αλλόκοτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αφύσικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μυστηριώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That man bears an uncanny resemblance to my father; if I didn't know dad had been dead for fifteen years, I'd swear that was him!
 Αυτός ο άντρας έχει απίστευτη ομοιότητα με τον πατέρα μου. Εάν δεν ήξερα ότι ο μπαμπάς είναι νεκρός εδώ και δέκα πέντε χρόνια θα ορκιζόμουν ότι ήταν αυτός!
uncanny adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ability: beyond normal) (μεταφορικά)μαγικός, υπερφυσικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αφύσικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Sonia's skill at playing the piano is uncanny.
 Η ικανότητα της Σόνιας να παίζει πιάνο είναι αφύσικη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'uncanny' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has the uncanny [ability to, knack of] , has an uncanny [sense, talent, nose] (for), had an uncanny [sense, sensation, feeling] (that), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση uncanny στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'uncanny'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης