typing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtaɪpɪŋ/

From the verb type: (⇒ conjugate)
typing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: typing, type

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
typing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of a keyboard to compose text) (διαδικασία)πληκτρολόγηση, δακτυλογράφηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ικανότητα)δακτυλογραφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Typing is a skill everyone needs these days.
typing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (science: determination of type)τυπολόγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Typing the samples took some time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (particular kind, class)είδος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τύπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This type of food is my favourite.
 Αυτό το είδος φαγητού είναι το αγαπημένο μου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτός ο τύπος παπουτσιών δεν ταιριάζει στο πέλμα μου.
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printing: character)τυπογραφικό στοιχείο επίθ + ουσ ουδ
  στοιχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This six-point type is too small.
 Τα στοιχεία των έξι σημείων είναι υπερβολικά μικρά.
type [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (typewrite, on keyboard) (έμφαση στο είδος γραφής)δακτυλογραφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (έμφαση στον τρόπο εισαγωγής)πληκτρολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We will have to type the essay.
 Θα πρέπει να δακτυλογραφήσουμε την εργασία.
type viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (typewrite)δακτυλογραφώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Mr. Jones never learned how to type.
 Ο κ. Τζόουνς δεν έμαθε ποτέ να δακτυλογραφεί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (character)τύπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I've come across his type before.
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (person)τύπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Yes, I've met him. Strange type.
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printing: collective)γράμματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  γραμματοσειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This essay's type is easy to read.
type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printed character)στοιχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τυπογραφικό στοιχείο επίθ + ουσ ουδ
  γραμματοσειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That type is a serif face.
[sb]'s type nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: attractive to [sb])ο τύπος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sara's not my type; she's too serious.
type vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (determine: blood type)βρίσκω την ομάδα αίματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθορίζω την ομάδα αίματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The nurse is going to type my blood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
typing | type
ΑγγλικάΕλληνικά
blind typing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (without looking at keyboard) (μτφ: δακτυλογράφηση)τυφλό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
blood typing,
blood grouping
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(classifying blood by group)ομάδα αίματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
touch-typing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (typing without looking at keyboard)τυφλό σύστημα πληκτρολόγησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
typing mistake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (typo, typographical error)τυπογραφικό λάθος επίθ + ουσ ουδ
typing paper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paper for typing on)χαρτί γραφομηχανής ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We're out of typing paper, please add it to the shopping list.
typing pool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group of secretaries)ομάδα δακτυλογράφων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 In the 1970s, Denise used to work as a secretary in a typing pool.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'typing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: need some typing practice, take a typing [course, test], there were [several, many] typing errors, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση typing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'typing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης