twinkle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtwɪŋkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtwɪŋkəl/ ,USA pronunciation: respelling(twingkəl)

Inflections of 'twinkle' (v): (⇒ conjugate)
twinkles
v 3rd person singular
twinkling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
twinkled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
twinkled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
twinkle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (star, light)τρεμοφέγγω, λαμπυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It was a clear night and the stars were twinkling.
 Ήταν μια ξάστερη νύχτα και τα αστέρια λαμπύριζαν.
twinkle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gleam of light)λαμπύρισμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Grace saw a twinkle of light up ahead; she hoped it was the house.
 Η Γκρέις είδε ένα λαμπύρισμα μπροστά της και ήλπιζε ότι θα ήταν το σπίτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
twinkle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in eye)λαμπύρισμα, σπινθήρισμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λάμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 At first Robert thought Sally was serious, but then he saw the twinkle in her eye and realised she was joking.
twinkle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (eyes: sparkle)λαμπυρίζω, λάμπω, αστράφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The old lady's eyes twinkled with amusement, as though she was enjoying a good joke.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: [the lights, his eyes, the silver] twinkled, the [lights] twinkled [brightly, faintly, brilliantly], the [stars, lights] twinkled [overhead, in the sky], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση twinkle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'twinkle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης