Σε αυτή τη σελίδα: turned, turn

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turned adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (injury: twisted)στραμπουληγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  γυρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Rob's turned ankle was causing him a lot of pain.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rotate)γυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  στρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Το ρήμα στρέφομαι συνήθως συνοδεύεται με αναφορά στην κατεύθυνση της στορφής, πχ στράφηκε δεξιά.
 The man's head turned and he spotted me.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν γυρίσεις από την άλλη θα δεις το μαγαζί που σου έλεγα.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rotate on an axis)γυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιστρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It is amazing how the world keeps on turning.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (revolve)γυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Vinyl records turn on a turntable.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Καθώς ο δίσκος άρχισε να γυρίζει στο πικάπ, μουσική γέμισε το δωμάτιο.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (right or left)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 At the end of the block, turn left.
 Στο τέλος του τετραγώνου, στρίψε αριστερά.
turn to [sth] vi + prep (move to face: a direction)γυρίζω προς κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Everyone, turn to your screens. Please turn to the right to see the monument.
 Γυρίστε όλοι προς τις οθόνες σας. Παρακαλώ γυρίστε προς τα αριστερά για να δείτε το μνημείο.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change position of, rotate)γυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He turned the vase to make it face the room.
 Γύρισε το βάζο ώστε να κοιτάει προς το δωμάτιο.
turn to [sth] vi + prep (become)γίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μετατρέπομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The leaves turned to mush underfoot.
 Τα φύλλα μετατράπηκαν σε πολτό κάτω από τα πόδια μας.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bend, curve in a road)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The road made a sharp turn to the left.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (change of direction)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The car shook off its pursuers with a sudden turn to the right.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rotation)περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A few turns of the handle of the vice will give you a good grip.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (revolution)περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Every turn of the wheel provides power to the mill.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (page: flip) (σελίδας)γύρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The novel was over in a turn of the page.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (opportunity, change)εξέλιξη, τροπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This is a fortunate turn, which I am not going to waste.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (game: go) (παιχνίδια)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is your turn, so roll the dice.
 Είναι η σειρά σου, ρίξε τα ζάρια.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (time, date: change)αλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That car is from the turn of the century.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (single winding)περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Another turn and the coil should be all wrapped around the reel.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (change of position) (στο κρεβάτι)στριφογύρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 For all her turns, she just couldn't get comfortable.
 Παρά τα τόσα στριφογυρίσματα δεν μπορούσε να βολευτεί.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (turned position)γυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη, σπάνιο)γύρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A turn of that vase would allow us to see the pattern.
 Αν γυρίσουμε το βάζο θα μπορέσουμε να δούμε το σχέδιο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά το γύρισμα τον μαξιλαριών, ο καναπές φαινόταν λιγότερο φθαρμένος.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trend, direction)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τροπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A turn in the conversation to political issues caught Dan's interest.
 Η στροφή της συζήτησης στα πολιτικά κέντρισε το ενδιαφέρον του Νταν.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (modification)μεταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The forecast is warning of a turn in the weather next week.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twist)γύρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τύλιγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Another two turns of the cable around the pole should be enough.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (style)ύφος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στυλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The stylist gave the dress a modern turn.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short trip)βόλτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  περίπατος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A turn around the block will give us a break from work.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shift)τροπή, στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Another strange turn in our lives was when Grandma started seeing fairies at the bottom of the garden.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (period of illness) (αίσθημα)αδιαθεσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The turn left him weak and disoriented.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (service or disservice) (για κάτι καλό)χάρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εξυπηρέτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για κάτι κακό)κακό επίθ ως ουσ ουδ
  ζημιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His former partner did him a bad turn.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, dated (fright, shock)τρομάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κοψοχόλιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It was such a turn to see Bill when we all thought he was dead.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: purchase and sale)αγοραπωλησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The trader lives on quick turns of volatile equities.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: embellishment)γύρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You are inserting too many turns. Try to keep it simple.
turn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military drill: change of position)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The squad executed a turn.
turn from [sth] into [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (change shape) (κάτι άλλο)γίνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (από κάτι σε κάτι άλλο)αλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι άλλο)μεταφορφώνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 With exercise, she turned herself from a couch potato into a honed running machine.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sour, ferment)χαλάω, ξινίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)αλλιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The milk has turned.
 Το γάλα έχει χαλάσει (or: ξινίσει).
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (change, become [sth] new)αλλάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The leaves have all turned.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (set a course)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We will be heading north after we turn.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (change course)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boat is starting to turn.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (change position) (στο κρεβάτι)στριφογυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She is constantly turning in bed.
turn viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bend, curve)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω στροφή, κάνω στροφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The road turned.
turn into [sth] vi + prep (become) (κάτι)γίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (σε κάτι)εξελίσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She turned into a fine young woman.
turn into [sth] vi + prep (change form) (σε κάτι)μεταμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The caterpillar will turn into a butterfly.
turn to [sb/sth] vi + prep (direct attention toward) (σε κάποιον/κάτι)στρέφομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's turn to the agenda for next week's meeting.
turn into [sth] vi + prep (enter by turning)στρίβω σε κτ ρ αμ + προθ
 At the end of the road, turn into the driveway.
 Στο τέλος του δρόμου στρίψε στο δρομάκι του σπιτιού.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (flip)γυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (από την άλλη πλευρά)αναποδογυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She turned the paper so that he couldn't see what was written on it.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shape)δίνω σχήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φορμάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 That sculptor turns wood beautifully.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (execute, finish)ολοκληρώνω, τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should be able to turn this job in two hours.
turn [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (upset)αναστατώνω, ταράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His words turned her, and she began to cry.
turn [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (influence)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αλλάζω γνώμη σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Are you trying to turn me to your point of view?
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change colour)γίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει συγκεκριμένη λέξη στα ελληνικά, π.χ. «Το φθινόπωρο κιτρινίζουν τα φύλλα.»
 In autumn, the leaves turned brown.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έπεσε μια κόκκινη κάλτσα μέσα στο πλυντήριο και όλα τα άσπρα ρούχα έγιναν ροζ.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change temperature)γίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The day turned hot.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sell)πουλάω, πουλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διαθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We can turn thirty cases of that item this week.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (profit: earn) (κέρδος)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Our business hopes to turn a profit.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (twist)στρίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Turn the threads to make a rope.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pass: a time)πηγαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's just turned twelve.
 Μόλις πήγε δώδεκα.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shape on a lathe)τορνεύω, τορνάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The carpenter turned four table legs.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (phrase well)διατυπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκφράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συντάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Shakespeare knew how to turn a phrase.
turn [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (cause to change allegiance)μεταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A foreign government turned one of our agents.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gymnastics: do, perform)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)εκτελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Marla turned somersaults across the lawn.
turn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reach an age)γίνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κλείνω τα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My great-grandmother turned 99 last week.
turn [sth] to [sth],
turn [sth] into [sth]
vtr + prep
(transform)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάτι)μετατρέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You turn my sadness to joy.
 Κάνεις τη λύπη μου χαρά.
turn [sth] into [sth] vtr + prep (render)μετατρέπω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 The brewer turns the grain and hops into beer.
turn [sth] into [sth] vtr + prep (translate) (κάτι σε κάτι)μεταφράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please turn the English into French.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
turned | turn
ΑγγλικάΕλληνικά
be turned down v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be rejected or refused)απορρίπτομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με απορρίπτουν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ, αργκό)τρώω απόρριψη, τρώω άρνηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He applied for a job as a flight attendant but was turned down.
turned on,
be + turned on
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(device: on)ενεργοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)αναμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ανοιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Of course the printer isn't working - it's not turned on, you idiot!
turned on,
be + turned on
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, slang (sexually excited)ερεθισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)φτιαγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Gerald admitted to being turned on when he saw Marina in her nurse's uniform.
turned on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, figurative, slang (excited) (με κάτι)ξετρελαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξετρελαμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)φτιάχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The kids were really turned on by the promise of a trip to Disney World.
 Τα παιδιά ξετρελάθηκαν πραγματικά με την υπόσχεση ενός ταξιδιού στην «Disney World».
turned out,
turned-out
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (presented: groomed or dressed)ντυμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  -ντυμένος β' συνθετικό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Ahmed works as a salesman, so he is always smartly turned out. You'll never get the job if you are badly turned out at the interview.
 Ο Αχμέτ εργάζεται ως πωλητής και για αυτό είναι πάντα κομψά ντυμένος. Δεν θα πάρεις ποτέ τη δουλειά αν εμφανίζεσαι άσχημα ντυμένος στη συνέντευξη.
turned-up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sleeve, etc.: rolled or folded)γυρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  σηκωμένος, ανεβασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 This jacket has turned-up sleeves.
 Αυτό το σακάκι έχει γυρισμένα μανίκια.
well-turned adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (words: apt, elegant) (για λόγια)εύστοχος, κατάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κομψός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
well-turned adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pleasing in shape)όμορφος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  με ωραίο σχήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ελκυστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'turned' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση turned στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'turned'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης