turkey

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'turkey', 'Turkey': /ˈtɜːki/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈtɝki/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'turkey', 'Turkey': (tûrkē)



Inflections of 'turkey' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
turkeys
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
turkey
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Can be used as a collective plural)
Σε αυτή τη σελίδα: turkey, Turkey

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large bird)γαλοπούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αρσενική)γάλος, διάνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (λαϊκό, σπάνιο)κούρκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Do you see that wild turkey over there?
 Βλέπεις εκείνη την άγρια γαλοπούλα εκεί πέρα;
turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: meat of the bird)γαλοπούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We ate turkey for Thanksgiving dinner.
 Φάγαμε γαλοπούλα στο δείπνο την Ημέρα των Ευχαριστιών.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (flop, not good) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πατάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μάπα, μούφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Critics called the film the biggest turkey of the year.
turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (useless person)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You're such a turkey! I don't know why you came.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (country)Τουρκία ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Turkey is a predominantly Muslim country. I'm going to Turkey on holiday this year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
turkey | Turkey
ΑγγλικάΕλληνικά
cold turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leftover turkey meat served cold) (κυριολεκτικά)κρύα γαλοπούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Since Christmas we have been eating cold turkey sandwiches every day.
cold turkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sudden withdrawal from [sth] addictive) (μεταφορικά)απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Some people believe that cold turkey is the only way to beat addiction.
cold turkey advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (abruptly, without support) (καθομιλουμένη)μια κι έξω, μπαμ και κάτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  απότομα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He quit smoking, and he did it cold turkey.
 Έκοψε το κάπνισμα και το έκανε μια κι έξω.
cold turkey adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (abrupt and sudden)απότομος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μια και έξω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Cold turkey withdrawal from any drug is very difficult.
 Η απότομη διακοπή των οποιουδήποτε είδους ναρκωτικών είναι πολύ δύσκολη.
go cold turkey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (addiction: quit abruptly) (μεταφορικά)κόβω κτ μαχαίρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κόβω κτ μια και έξω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He was shivering and sweating because he had no money to buy more drugs and was going cold turkey.
talk turkey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, figurative, informal (speak frankly and practically)μιλάω ειλικρινά, μιλάω ευθέως ρ αμ + επίρ
  κάνω μια ειλικρινή κουβέντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μιλάω στα ίσια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
turkey oak nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of large tree) (επίσ: είδος βελανιδιάς)δρυς η κηρρίς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
turkey sandwich nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (turkey meat between slices of bread)σάντουιτς με γαλοπούλα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
wild turkey (bird)άγρια γαλοπούλα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'turkey' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [roast, grilled, stuffed, Thanksgiving, Christmas] turkey, a turkey [sandwich, dinner, breast], [rear, keep, hunt] turkeys, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση turkey στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'turkey'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης