tuition

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/tjuˈɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tuˈɪʃən, tju-/ ,USA pronunciation: respelling(to̅o̅ ishən, tyo̅o̅-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tuition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (instruction)διδασκαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μάθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Most university students only have a few hours of tuition every week, but they are supposed to do a lot of independent study.
 Οι περισσότεροι φοιτητές έχουν μόνο λίγες ώρες μάθημα κάθε εβδομάδα, αλλά αναμένεται να διαβάζουν πολύ από μόνοι τους.
tuition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (university payment)δίδακτρα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Many students struggle to pay their tuition.
 Πολλοί φοιτητές πασχίζουν να πληρώσουν τα δίδακτρά τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
college tuition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (fees paid for further education)δίδακτρα πανεπιστημίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Every year, I have to borrow thirty-thousand dollars to pay my college tution.
tuition fee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (education: course registration cost)δίδακτρα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tuition' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: tuition [assistance, reimbursement], tuition [rates, costs, fees] are going [up, down], tuition payments, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tuition στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tuition'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης