tug

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʌg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tʌg/ ,USA pronunciation: respelling(tug)

Inflections of 'tug' (v): (⇒ conjugate)
tugs
v 3rd person singular
tugging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
tugged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
tugged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tug [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pull)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (οχήματα, σκάφη)ρυμουλκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The boat was tugging a dinghy.
 Το καράβι έσερνε μια σωστική λέμβο.
tug at [sth] vi + prep (yank or pull on [sth])τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Emily tugged at the door, but it wouldn't open.
 Η Έμιλι τράβηξε την πόρτα, αλλά δεν άνοιγε.
tug on [sth] vi + prep (pull on [sth])τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Tom tugged on the rope and the load began to rise in the air.
 Ο Τομ τράβηξε στο σκοινί και το φορτίο άρχισε να ανεβαίνει.
tug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a pull)τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Glenn's tug on the rope made the bell ring.
 Το τράβηγμα του Γκλεν στο σκοινί έκανε το κουδούνι να χτυπήσει.
tug,
tugboat,
tug-boat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(small boat for pulling or pushing ships)ρυμουλκό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A tug was crossing the river.
 Ένα ρυμουλκό διέσχιζε το ποτάμι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
tug-of-war,
tug of war,
tug-o-war,
tug o' war
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(game: pulling on rope)διελκυστίνδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The heaviest people are at the back in games of tug-of-war.
tug-of-war,
tug of war
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (struggle, competition)αγώνας, ανταγωνισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 They will not get anything done until they cease this tug-of-war and start pulling in the same direction.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tug' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sexually explicit: gave him a tug job, tugged (at) [his shirt, her hair, the door], tug the [door, window, drawer] open, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tug στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tug'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης