tub

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʌb/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tʌb/ ,USA pronunciation: respelling(tub)


Inflections of 'tub' (v): (⇒ conjugate)
tubs
v 3rd person singular
tubbing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
tubbed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
tubbed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: tub, bath tub

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bucket for liquids)λεκάνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Fiona filled a tub with water and took it outside to wash the car.
 Η Φιόνα γέμισε μια λεκάνη με νερό και την πήρε έξω για να πλύνει το αυτοκίνητο.
tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bathtub)μπανιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jeremy filled the tub with hot water.
 Ο Τζέρεμι γέμισε την μπανιέρα με ζεστό νερό.
tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (storage container) (για αποθήκευση)δοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κουτί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βάζο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lydia bought some plastic tubs to tidy up her kitchen cupboards.
tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plastic food container)κουτί, δοχείο, κύπελλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πλαστικό κουτί, πλαστικό δοχείο, πλαστικό κύπελλο επίθ + ουσ ουδ
  (για αποθήκευση)τάπερ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ταπεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ice cream and margarine normally come in tubs.
 Το παγωτό και η μαργαρίνη κανονικά πωλούνται σε πλαστικό δοχείο.
tub,
tubful
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(amount contained in a tub) (αγορά)κουτί, δοχείο, κύπελλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αποθήκευση)τάπερ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 William ate a whole tub of ice cream.
 Ο Γουίλιαμ έφαγε ένα ολόκληρο κουτί παγωτό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, informal (slow or clumsy boat) (μειωτικό)βάρκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You're not seriously going to cross the Atlantic in that tub?
tub [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put in a tub)βάζω σε δοχείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τοποθετώ σε δοχείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bath tub,
bathtub,
tub
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tub used for bathing)μπανιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can you fill up the bath tub for me?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
tub | bath tub
ΑγγλικάΕλληνικά
hot tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (jacuzzi) (εμπορικό σήμα)τζακούζι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The hotel has a pool, a sauna, and a hot tub. After a game of football the whole team would take a dip in the hot tub.
 Το ξενοδοχείο έχει πισίνα, σάουνα και τζακούζι. Μετά τον αγώνα ποδοσφαίρου όλη η ομάδα θα έκανε βουτιά στο τζακούζι.
tub of butter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (butter sold in a plastic pot)βούτυρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)βούτυρο σε πλαστική συσκευασία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
tub-thumper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (noisy public speaker)φανατικός υποστηρικτής επίθ + ουσ αρσ
  (προσπαθεί να παρασύρει)δημαγωγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, μτφ: λέει πολλά)φωνακλάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, μτφ: λέει πολλά)που δε μασάει τα λόγια του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση.
tub-thumping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (loud, vociferous public speaking) (μεταφορικά)μεγάλα λόγια επίθ + ουσ ουδ πλ
  μεγαλοστομία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
wash tub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wide bucket for bathing in)σκάφη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tub' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: going to take a soak in the tub, is soaking in the tub, need to clean the tub, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tub στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tub'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης