trusted

Listen:
 [ˈtrʌstɪd]


Σε αυτή τη σελίδα: trusted, trust

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trusted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (friend: trustworthy)που τον εμπιστεύομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έμπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The traveller was shocked when his trusted companions turned out to be robbers, who had only befriended him in order to take his money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trust [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have confidence in)εμπιστεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω εμπιστοσύνη σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I trust my brother.
 Εμπιστεύομαι τον αδερφό μου.
 Έχω εμπιστοσύνη στον αδερφό μου.
trust [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (believe)εμπιστεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δείχνω εμπιστοσύνη σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She trusts his words.
 Εμπιστεύεται τα λόγια του.
 Δείχνει εμπιστοσύνη στα λόγια του.
trust [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (rely on) (σε κπ για κτ ή να κάνει κτ)βασίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Dan trusts his girlfriend to help him.
 Ο Νταν βασίζεται στην κοπέλα του για βοήθεια.
trust [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (can rely on)εμπιστεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω εμπιστοσύνη σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I trust my car: it never breaks down.
 Εμπιστεύομαι το αυτοκίνητό του, δεν χαλάει ποτέ.
 Έχω εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητό του, δεν χαλάει ποτέ.
trust in [sb/sth] vi + prep (have faith in)πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 "Trust in the Lord!" proclaimed the preacher.
 «Να πιστεύεται στο Θεό!» διαλαλούσε ο ιεροκήρυκας.
trust [sth] to [sb] vtr + prep (entrust) (κάτι σε κάποιον)εμπιστεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I trust my life to you.
 Σου εμπιστεύομαι τη ζωή μου.
trust viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have confidence in others)εμπιστεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It took her a long time to learn to trust.
 Τις πήρε καιρό να μάθει να εμπιστεύεται.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confidence)εμπιστοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You have my trust - I feel I can tell you anything.
 Έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη μου. Νιώθω ότι μπορώ να σου πω οτιδήποτε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reliance on integrity)εμπιστοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have trust in your honesty.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hope, faith)εμπιστοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πίστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have trust in the tutor now, and hope that I will be alright.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confident expectation)πεποίθηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have trust that he will not let me down.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (responsibility, obligation)ευθύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He will not abuse the position of trust which he has been given.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (credit)πίστωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We sell on trust to certain customers we know well.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (custody)εποπτεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Roxburgh castle remained in the trust of William Neville.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: means of holding property)καταπίστευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The property was held in trust for the children until they turned 18.
trust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commerce: monopoly, oligopoly)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The regulators who attacked monopolies were called "trust busters."
trust,
trust that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: be confident) (ότι/πως)πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι σίγουρος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 I trust that my problem with the tutor will resolve itself.
trust,
trust that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: hope) (να έγινε κάτι)ευεπλιστώ, ελπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι/πως έγινε κάτι)υποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I trust you had a good time?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
trusted | trust
ΑγγλικάΕλληνικά
not to be trusted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dishonest, unreliable)αναξιόπιστος, αφερέγγυος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Certain politicians are not to be trusted.
trusted friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] one can confide in)έμπιστος φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You feel hurt when a trusted friend lets you down. Sharon is my most trusted friend, I can tell her anything.
 Πληγώνεσαι όταν ένας έμπιστος φίλος σε απογοητεύει. Η Σάρον είναι η πιο έμπιστη μου φίλη. Μπορώ να της πω τα πάντα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trusted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a trusted [friend, colleague, relative, coworker, ally, lender, bank], a trusted [port, connection, network], a trusted [witness, informant], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trusted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trusted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης