truce

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtruːs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/trus/ ,USA pronunciation: respelling(tro̅o̅s)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
truce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stop in war)ανακωχή, εκεχειρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The two sides called a truce.
 Οι δύο πλευρές έκαναν ανακωχή.
truce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (between people, groups)ανακωχή, εκεχειρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The political parties agreed to a truce in order to tackle the crisis.
 Τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν να κάνουν ανακωχή για να αντιμετωπίσουν την κρίση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'truce' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: truce negotiations, a truce offer, a [fragile, partial, temporary] truce, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση truce στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'truce'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης