trot

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'trot': /ˈtrɒt/; 'Trot': /trɒt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/trɑt/ ,USA pronunciation: respelling(trot)

Inflections of 'trot' (v): (⇒ conjugate)
trots
v 3rd person singular
trotting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
trotted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
trotted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trot viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (horse: move at a trot)τριποδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Three wild horses trotted along the riverbank.
trot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (horse's gait)τριποδισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The horse took off at a trot.
the trots nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." slang (diarrhoea) (αργκό)τσίρλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)τσιρλιπιπί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Shane got the trots from eating too much oily food.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
trot [sth] out,
trot out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal, usually pejorative (opinion, story: repeat) (καθομιλουμένη)πλασάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)ξεφουρνίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
trot [sb/sth] out,
trot out [sb/sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal, usually pejorative (present for display) (καθομιλουμένη)πλασάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μοστράρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
direct register trot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal's walking pattern)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 A coyote normally travels in a direct register trot.
fox-trot,
foxtrot,
fox trot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ballroom dance style) (χορός)φοξ τροτ ουσ ουδ ακλ
 When I took a ballroom dancing class, we learned the fox-trot and the waltz.
fox-trot,
foxtrot,
fox trot
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(dance the fox-trot)χορεύω φοξ τροτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης