triangle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtraɪæŋgəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtraɪˌæŋgəl/ ,USA pronunciation: respelling(trīang′gəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (three-sided shape)τρίγωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There were cookies in the shape of hearts and triangles.
 Υπήρχαν μπισκότα σε σχήμα καρδιάς και τριγώνου.
triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: triangular instrument)τρίγωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παιδικό)τριγωνάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The percussion guy plays the triangle and cowbells.
triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (relationship: three people) (μεταφορικά)τρίγωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ερωτικό τρίγωνο επίθ + ουσ ουδ
 He's in a triangle with two women who are cousins.
 Είναι μπλεγμένος σε ένα ερωτικό τρίγωνο με δύο γυναίκες που είναι ξαδέρφες.
triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (triangular arrangement or form)τρίγωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Fold the paper diagonally to form two triangles.
 Δίπλωσε το χαρτί διαγώνια για να σχηματίσεις δύο τρίγωνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
equilateral triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (with sides of same length)ισόπλευρο τρίγωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 All three sides of an equilateral triangle are the same length.
isosceles triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (three-sided shape of which two sides are equal)ισοσκελές τρίγωνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The basic shape of a fir tree is an isosceles triangle.
love triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relationship between three people)ερωτικό τρίγωνο επίθ + ουσ ουδ
 A love triangle, causing conflict between three people, is a classic movie plot.
right triangle (US),
right-angled triangle (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(3-sided shape with a right angle)ορθογώνιο τρίγωνο επίθ + ουσ ουδ
Ward's triangle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: part of the thigh bone) (ανατομία)τρίγωνο του Ward φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'triangle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση triangle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'triangle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης