Σε αυτή τη σελίδα: trespassing, trespass

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trespassing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entering a property uninvited)καταπάτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παράνομη είσοδος επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trespass viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (enter property uninvited)καταπατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)μπαίνω παράνομα ρ μ + επίρ
 Any person caught trespassing will be prosecuted.
trespass on [sth] vi + prep (property: enter uninvited)καταπατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)μπαίνω παράνομα ρ αμ + επίρ
 If you trespass on his ranch he might shoot you.
trespass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: uninvited entry) (πχ της εσόδου)παραβίαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σε χώρο)καταπάτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παράνομη είσοδος επίθ + ουσ θηλ
 Inspection of the fence revealed that there had been a trespass.
 Μετά από έλεγχο της περίφραξης, διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει παραβίαση του χώρου.
trespass against [sb/sth] vi + prep Biblical, formal (sin, transgress)παραβιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You have trespassed against the rules of the church.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trespassing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trespassing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης