trawl

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtrɔːl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/trɔl/ ,USA pronunciation: respelling(trôl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trawl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fish with trawl net)ψαρεύω με τράτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The fisherman are trawling late tonight since a storm is coming tomorrow.
trawl,
trawl net
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(large fishing net) (μεγάλο δίχτυ ψαρέματος)τράτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γρίπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The fishing boat was equipped with two trawls, coolers, and other supplies.
trawl,
trawl line
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(long fishing line)συρματόσχοινο τράτας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The boys helped their fathers by attaching hooks to the trawls.
trawl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (search)εξονυχιστική έρευνα επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)χτένισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Unfortunately, the trawl of the apartment did not yield any evidence.
trawl [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (sift through)ψάχνω εξονυχιστικά, ερευνώ εξονυχιστικά ρ μ + επίρ
  (μεταφορικά: συνήθως περιοχή)χτενίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The detectives are trawling the recovered items for evidence.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trawl for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (search for [sth])αναζητώ, ψάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police trawled for clues as to the woman's whereabouts, but they couldn't find anything.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trawl' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trawl στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trawl'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης