town

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtaʊn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/taʊn/ ,USA pronunciation: respelling(toun)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small city)πόλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για λόγους περιγραφής)μικρή πόλη επίθ + ουσ θηλ
  (πιο μικρό μέγεθος)κωμόπολη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιο, ποιητικό)πολίχνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I grew up in a town of about 10,000 people.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη λίγο έξω απ' τη Θεσσαλονίκη.
 Μεγάλωσα σε μια κωμόπολη με περίπου 10.000 κατοίκους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Πάφος πριν καμιά εικοσαετία δεν ήταν παρά μια γραφική πολίχνη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commercial centre)κέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)πόλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Are you going into town today?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a night out on the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evening at bar, party) (μεταφορικά)έξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νυχτερινή έξοδος επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Όταν πήρα την προαγωγή, βγήκαμε με τους φίλους μου να το γιορτάσουμε.»
 After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;
blow into town v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, slang (arrive unexpectedly)φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα ρ αμ + επίρ
  έρχομαι στα ξαφνικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My friend just blew into town; we're going to go have dinner tonight.
Cape Town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city in South Africa)Κέηπ Τάουν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 Cape Town is the second most populous city in South Africa.
city center (US),
city centre,
town centre (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(town: central area)κέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κέντρο της πόλης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't want to drive through the city center in rush hour.
 Δε θέλω να οδηγώ στο κέντρο σε ώρες αιχμής.
commuter town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bedroom community)οικιστική περιοχή, αμιγώς οικιστική περιοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (στην άκρη πόλης)προάστιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)περιοχή που προσφέρει κατοικία, αλλά όχι δυνατότητα εργασίας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I live in a commuter town just south of the city limits.
company town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (city: owned by one business)εταιρική πόλη επίθ + ουσ
 All of the company's employees were required to live in the company town.
company town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative (city: one big employer)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Hershey, Pennsylvania, home of the chocolate of the same name, is a company town.
country town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small town surrounded by rural areas)πόλη της υπαίθρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  επαρχιακή πόλη επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
county town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (administrative city)πρωτεύουσα επαρχίας, πρωτεύουσα κομητείας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (επίσημο)έδρα επαρχίας, έδρα κομητείας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 County towns were, historically, the capitals of Irish and United Kingdom counties.
ghost town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abandoned town)πόλη-φάντασμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go to town v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (do [sth] lavishly, extravagantly) (μεταφορικά)τα δίνω όλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Wow! Look at all this food - you've really gone to town!
hill town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban area in a mountain region)πόλη σε βουνό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ορεινή πόλη επίθ + ουσ θηλ
home town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (town or city where one grew up)η πόλη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ιδιαίτερη πατρίδα επίθ + ουσ θηλ
  γενέτειρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Linda had not been back to her home town of Sydney for many years.
home town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (town or city where one lives)η πόλη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  η πόλη που ζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pinehurst residents have plenty of reasons to be proud of their hometown.
market town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (with regular market)πόλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κωμόπολη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο συγκεκριμένα)πόλη με δική της αγορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Αναφέρεται σε μέρος αρκετά μεγάλο να διαθέτει κανονική αγορά.
native town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city of one's birth)γενέτειρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
new town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-sufficient urban community)πόλη που έχει σχεδιαστεί και χτιστεί μονομιάς στο σύνολό της και δεν έχει διαμορφωθεί σταδιακά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
old town,
Old Town
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(city: historic part)παλιά πόλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
one-horse town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (very small town)μικρή πόλη επίθ + ουσ θηλ
  (ειρωνικά)χωριό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Reggie couldn't wait to grow up and leave that one-horse town.
out of town advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (away: from home, work)που λείπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που είναι εκτός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is an adjective.
 I'll be out of town for the next few days. Our project manager is out of town for the next three weeks.
 Θα λείπω τις επόμενες ημέρες.
out-of-town adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (situated outside town)εκτός πόλης φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  από τα προάστια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  από τα περίχωρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  από άλλη περιοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
paint the town red v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (celebrate, party) (μεταφορικά)ξεφαντώνω, γλεντάω, γλεντοκοπάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)το ρίχνω έξω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 To celebrate their win, the whole football team went out to paint the town red.
 Για να γιορτάσουν τη νίκη τους, ολόκληρη η ποδοσφαιρική ομάδα βγήκε να ξεφαντώσει.
ride [sb] out of town v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, figurative (force to leave)τρέπω κπ σε φυγή, εξαναγκάζω κπ σε φυγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναγκάζω κπ να φύγει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The gangster rode his rivals out of town.
Roman town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban area built by the Romans)ρωμαϊκή πόλη επίθ + ουσ θηλ
shantytown,
also UK: shanty town
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(slums, makeshift housing)παραγκούπολη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The shantytown at the edge of the city has a high crime rate.
sister city (US),
twin town (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(town twinned with another)αδελφή πόλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  αδελφοποιημένη πόλη επίθ + ουσ θηλ
 Our sister city is in Germany.
small-town adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." pejorative (provincial, unenlightened)επαρχιώτικος, χωριάτικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
spa,
spa town
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(town with mineral spring)λουτρόπολη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Parts of many Jane Austen novels are set in the spa town of Bath.
the talk of the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (what, who everyone is talking about)θέμα που συζητούν όλοι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  θέμα που συζητά η κοινή γνώμη φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  θέμα που μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
toast of the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (hero) (μεταφορικά)ήρωας, ηρωίδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  αγαπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά)αγαπημένο παιδί φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (σε γιορτή, εκδήλωση)τιμώμενο πρόσωπο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 After he saved the kittens from the fire, Mike became the toast of the town.
tourist town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city visited by holidaymakers)τουριστική πόλη επίθ + ουσ θηλ
town car nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (luxury vehicle)λιμουζίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The executive was picked up in a Lincoln town car.
town clerk (town official)δημοτικός υπάλληλος, δημοτική υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
town council nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (municipal government)δημοτικό συμβούλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He was elected to the town council with a large majority of the votes. The town council has decided to raise taxes in the area.
town councillor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (member of municipal government)δημοτικός σύμβουλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Town councillors don't receive salaries, but do receive annual allowances to pay for their time and expenses.
town crier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who makes public announcements)δημόσιος κήρυκας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The town crier announced that the criminal would be publicly hanged.
town hall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city's council building)δημαρχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There's a meeting at the town hall tonight.
 Θα γίνει μια συνέλευση στο δημαρχείο απόψε.
town house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (home in a city)μονοκατοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)μονοκατοικία στην πόλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Town houses usually share their side walls with similar buildings.
town house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (terraced house)πολυώροφη μονοκατοικία σε πόλη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The fire quickly spread to a row of town houses.
town house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large residence in a city)μεγάλη μονοκατοικία μέσα σε πόλη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Αποδίδεται απλά ως «σπίτι», «μονοκατοικία» κλπ.
 George was rich enough to buy a town house in Manhattan.
 Ο Τζορτζ ήταν αρκετά πλούσιος και μπορούσε να αγοράσει μια μονοκατοικία στο Μανχάταν.
town meeting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assembly for residents)συνέλευση δημοτών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  δημοτική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
town meeting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meeting for voters)συνέλευση δημοτών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  δημοτική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
town square nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city's market place or public arena)κεντρική πλατεία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'town' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [small, large, big, major] town, the town [hall, daily, newspaper, square, center], a [historic, forgotten, rich, modern, green] town, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση town στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'town'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης