tour

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʊər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tʊr/ ,USA pronunciation: respelling(tŏŏr)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (travel: organized)οργανωμένη εκδρομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  οργανωμένο ταξίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  περιήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The two-week tour had a guide and a bus.
 Η οργανωμένη δεκαπενθήμερη εκδρομή περιλάμβανε ξεναγό και λεωφορείο.
 Το οργανωμένο ταξίδι διάρκεσε (or: διήρκεσε) 15 μέρες και περιλάμβανε ξεναγό και λεωφορείο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κάναμε δυο βδομάδες περιήγηση στην Κυανή Ακτή.
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (travel: unorganized)περιοδεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)γύρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We went on a tour of Europe last summer.
 Πέρσι το καλοκαίρι κάναμε περιοδεία στην Ευρώπη.
 Πέρσι το καλοκαίρι κάναμε το γύρο της Ευρώπης.
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of house, building) (κτιρίου)περιοδεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ξενάγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)γύρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Let me give you the tour of our house.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο ξεναγός μας έκανε περιοδεία στα κτίρια της Ακρόπολης.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αύριο το πρόγραμμα έχει ξενάγηση στα ανάκτορα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μας έκανε ένα γύρο του σπιτιού για να μας δείξει τους χώρους.
tour [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (travel)ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω περιήγηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω το γύρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)περιηγούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Το ρήμα ταξιδεύω δεν σημαίνει επίσκεψη σε πολλά μέρη, συνεπώς απαιτείται διευκρίνηση, όπως στο παράδειγμα («ταξιδέψαμε σε όλη την Ιταλία» και όχι «ταξιδέψαμε στην Ιταλία»).
 We toured Italy last summer.
 Ταξιδέψαμε σε όλη την Ιταλία πέρυσι το καλοκαίρι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (travel: excursion)εκδρομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Let's go for a tour of the port today.
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musicians, circus, etc.)περιοδεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)τουρνέ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The band's going on tour next month.
tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: duty in a place)μετάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has already done two tours in Iraq.
tour viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (travel by a musical, theatre group)περιοδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω περιοδεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Rolling Stones are touring this year.
tour [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US (lead in tour)ξεναγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She toured them around her hometown.
tour [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (travel by a musical, theatre group)περιοδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω περιοδεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Rolling Stones toured North America last fall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Grand Tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (European travels) (ταξίδι στην Ευρώπη)Γκραντ Tουρ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 British tourists travelled to Venice during the 18th century as a stop on the Grand Tour.
grand tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (visit, inspection) (μεταφορικά)επίσκεψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επιθεώρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έλεγχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The factory inspector will be doing his grand tour tomorrow.
guided tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (visit with commentary)ξενάγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The art museum offered a guided tour of the paintings in its galleries.
on tour advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (travelling from place to place)σε περιοδεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
on tour advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (performers: on the road) (καλλιτέχνες)σε περιοδεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The musicians quit their jobs to go on tour with the new band.
package tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (all-inclusive tourist holiday or visit)πακέτο διακοπών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
tour bus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle used for guided tourist visits)τουριστικό λεωφορείο επίθ + ουσ ουδ
tour bus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coach used by a touring group)τουριστικό λεωφορείο επίθ + ουσ ουδ
tour de force nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accomplishment) (μεταφορικά)άθλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κατόρθωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 John Coltrane's saxophone solo on "My Favorite Things" was a tour de force. The director's latest film is a tour de force that excites both critics and audiences.
 Το σόλο με το σαξόφωνο του Τζον Κολτρέιν στο τραγούδι "My Favourite Things" ήταν άθλος. Η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη είναι ένας άθλος που ενθουσίασε και τους κριτικούς και το κοινό.
Tour de France nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (French annual bicycle race)Γύρος της Γαλλίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται συχνά και ο γαλλικός όρος.
tour guide nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who shows tourists around)ξεναγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The tour guide took the visitors to see many local attractions.
 Ο ξεναγός πήγε τους επισκέπτες να δουν πολλά τοπικά αξιοθέατα.
tour of duty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: period of service in one place)θητεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 On his last tour of duty the soldier was wounded in combat.
tour operator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agent organizing package holidays)ταξιδιωτικός ατζέντης, ταξιδιωτικός πράκτορας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Quite a few tour operators have gone out of business recently.
walking tour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (guided tour on foot)περιπατητική ξενάγηση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tour' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: tour the [city, building, school, ruins], a [guided, free, private, package, royal, virtual] tour, a tour [guide, operator, agent], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tour στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tour'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης