toe

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/toʊ/ ,USA pronunciation: respelling(tō)

Inflections of 'toe' (v): (⇒ conjugate)
toes
v 3rd person singular
toeing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
toed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
toed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (one of five digits of the foot)δάχτυλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)δάχτυλο του ποδιού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The man had short, fat toes.
 Ο άντρας είχε κοντά, χοντρά δάχτυλα.
toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (footwear: tip) (μεταφορικά)μύτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The toe of the shoe was pointed.
 Η άκρη του παπουτσιού ήταν μυτερή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
toe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kick with the toe) (κατά λέξη)κλωτσάω με τα δάχτυλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά)κλωτσάω, κλωτσώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jessica toed the ball across the grass.
toe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (touch with the toe) (κατά λέξη: των ποδιών)αγγίζω με τα δάχτυλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά)αγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The runners stood in a row, toeing the start line.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
big toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foot: largest digit)μεγάλο δάχτυλο επίθ + ουσ ουδ
 It's very hard to walk if you break your big toe.
great toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (big toe, largest toe)μεγάλο δάχτυλο ποδιού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
little toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (smallest digit of the foot)μικρό δάχτυλο ποδιού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She broke her little toe when a car ran over her foot.
peep toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open-toed footwear style)peep toe φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
peep-toe shoes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (style of open-toed footwear)παπούτσια peep toe φρ ως ουσ ουδ πλ
 I won't wear peep-toe shoes when it's raining because I don't want my toes to get wet.
 Δε φοράω παπούτσια peep toe όταν βρέχει γιατί δε θέλω να βρέχονται τα δάχτυλά μου.
little toe,
pinky toe,
pinkie toe,
baby toe,
pinkie,
pinky
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (smallest toe)μικρό δάχτυλο επίθ + ουσ ουδ
  δαχτυλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
race walking,
walking,
the walk,
heel-and-toe racing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sport) (μόνο ενικός)βάδην ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
steel-toe boots,
steel-capped boots
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(heavy footwear with reinforced toe)μπότες ασφαλείας φρ ως ουσ θηλ πλ
ticktacktoe,
tick-tack-toe,
tic-tac-toe
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (game: noughts and crosses) (παιχνίδι)τρίλιζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tippy-toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tips of the toes) (για το πόδι)άκρη των δαχτύλων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ακροδάχτυλα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
toe hold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place for toe when climbing)σημείο που μπορώ να κρατηθώ με τα δάχτυλα των ποδιών β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Rock climbers wear very soft shoes so they can feel for toe holds.
toe tag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on dead body)ετικέτα κρεμασμένη στο δάχτυλο νεκρού σε νεκροτομείο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
toe the line v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (conform)συμμορφώνομαι με τη γραμμή κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμμορφώνομαι με κτ, πειθαρχώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)δεν κάνω του κεφαλιού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πάω με τα νερά κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The boss told the new employee that he would do well as long as he toed the line.
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (embarrassing)ντροπιαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξευτελιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (causing discomfort)ενοχλητικός επίιθ
  (μεταφορικά)ανατριχιαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (causing pleasure)ευχάριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
toe-to-toe advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in direct competition)απευθείας αντιπαράθεση επίθ + ουσ θηλ
  κατά πρόσωπο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
toe-to-toe adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (involving two people or groups)ένας με ένας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
toerag,
toe-rag
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, regional, slang, figurative (contemptible person) (προσβλητικό)αλήτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  τσογλάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'toe' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: wears a toe ring, steel-toe [boots, shoes], must wear closed-toe shoes, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση toe στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'toe'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης