tip

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɪp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tɪp/ ,USA pronunciation: respelling(tip)

Inflections of 'tip' (v): (⇒ conjugate)
tips
v 3rd person singular
tipping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
tipped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
tipped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extra money for service)φιλοδώρημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)πουρμπουάρ, μπουρμπουάρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 He left a 15% tip.
 Άφησε 15% φιλοδώρημα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πάρε και €5 πουρμπουάρ.
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (helpful information)συμβουλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  υπόδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bob gave us some tips about travelling in Italy.
 Ο Μπομπ μας έδωσε μερικές συμβουλές για το ταξίδι στην Ιταλία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δίνω χημεία αύριο. Έχεις καμιά υπόδειξη;
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (end)άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She is at the far tip of the pier.
 Είναι στην άκρη της προκυμαίας.
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointed end)μύτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αιχμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tip of the pencil was sharp.
 Η μύτη του μολυβιού ήταν αιχμηρή.
tip vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (leave extra money)αφήνω φιλοδώρημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)αφήνω πουρμπουάρ, αφήνω μπουρμπουάρ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It is customary to tip 15% in American restaurants.
 Συνηθίζεται να αφήνουν 15% πουρμπουάρ στα αμερικάνικα εστιατόρια.
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (covering for an end) (μεταφορικά: κάλυμμα)μύτη, άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Her high-heeled shoes had rubber tips.
 Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της είχαν μύτη από καουτσούκ.
tip vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (incline)γέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He tipped the pitcher to fill his glass.
 Έγειρε την κανάτα για να γεμίσει το ποτήρι του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apex)κορυφή, κορφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He stood on the tip of the hill.
tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (garbage dump)χωματερή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He took all the garden waste to the tip.
tip viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be overturned)αναποδογυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανατρέπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wheelbarrow is going to tip over.
 Το καροτσάκι θα αναποδογυρίσει.
tip viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give extra money)δίνω φιλοδώρημα, αφήνω φιλοδώρημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω πουρμπουάρ, αφήνω πουρμπουάρ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Charlotte always tips well when she eats out.
tip vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (dump)πετάω, ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She tipped the contents of her bag on the floor and looked for her keys.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
tip [sb] off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (inform, warn) (μυστική και εμπιστευτική πληροφορία)πληροφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προειδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)καρφώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
tip out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (empty by upturning)αδειάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tip over vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (overturn, cause to topple)ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you stack too many books on top of that tiny desk, it'll tip over! .
tip over vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (overturn)ανατρέπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)τουμπάρω, μπατάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If you stack too many books on top of that tiny desk, it'll tip over!
 Αν στοιβάξεις πάρα πολλά βιβλία σε αυτό το μικροσκοπικό γραφείο, τότε αυτό θα ανατραπεί.
tip up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (overturn, cause to topple)ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
felt pen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fiber-tipped marker pen)μαρκαδόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You can write on anything with a felt pen -- paper, wood, even metal.
 Με μαρκαδόρο μπορείς να γράψεις πάνω σε οτιδήποτε: χαρτί, ξύλο, ακόμα και μέταλλο.
felt tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fiber-tipped marker pen)μαρκαδόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  μαρκαδοράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mark the position on the wall using a felt tip. My daughter loves colouring with felt tips.
felt-tip n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (pen: having a tip made of felt) (για στιλό)που η γραφίδα του είναι φτιαγμένη από πίλημα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
felt-tip pen,
felt-tipped pen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fiber-tipped marker)μαρκαδοράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
garbage dump (US),
rubbish dump,
rubbish tip (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(place where refuse is disposed of)χωματερή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some towns don't provide garbage collection; residents must take their trash to the town garbage dump. We took all our old furniture to the rubbish dump.
hot tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (suggestion: [sth] profitable)χρήσιμη πληροφορία, σημαντική πληροφορία επίθ + ουσ θηλ
  πρόταση της στιγμής, συμβουλή της στιγμής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (ελεύθερη απόδοση)προλάβετε! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The website provides hot tips for horse racing.
leave a tip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give gratuity for service)αφήνω φιλοδώρημα ρ μ + ουσ ουδ
be on the tip of your tongue exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (answer, etc.: hard to recall) (μεταφορικά)το έχω στην άκρη της γλώσσας μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εδώ το έχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
plus tip advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not including gratuities)συν φιλοδώρημα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Each person paid $18.95 for dinner, plus tip.
Q-tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, ® (cotton bud)μπατονέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βατονέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
root tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (botany: end of plant root) (άκρο ρίζας φυτού)ριζικό άκρο επίθ + ουσ ουδ
rubbish tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (dump for refuse)χωματερή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)σκουπιδότοπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο)χώρος ταφής απορριμμάτων φρ ως θηλ
 My mom told me to clean my room as it looks like a rubbish tip.
sales tip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (piece of advice on how to sell)συμβουλή για τις πωλήσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμβουλή για επιτυχημένη πώληση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sirloin tip roast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meat dish: roasted loin steak) (μαγειρική)ψητό κόντρα φιλέτο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
tap-off,
tip-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(basketball: start with jump ball) (μπάσκετ)τζάμπολ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
be the tip of the iceberg v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be only small part of larger problem)είναι η κορυφή του παγόβουνου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tip [sb] off to [sth],
tip [sb] off about [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (inform, warn)πληροφορώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  εφιστώ την προσοχή κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)καρφώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
tip-off (UK),
tipoff (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (hint, warning)προειδοποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  υπόδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προφορικό)τιπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
tipoff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in basketball) (καλαθοσφαίριση)τζάμπολ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
tip the scale,
turn the scale (US),
tip the scales,
turn the scales (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (cause [sth] to be more likely)επηρεάζω κτ αποφασιστικά ρ μ + επίρ
  (μεταφορικά)κάνω την πλάστιγγα να γείρει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tip-top nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the highest point of [sth])κορυφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tip-top adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very best of its kind)κορυφαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
tip-up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK (designed to tilt)αναδιπλούμενος, διπλωτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
tri-tip beef nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cut of meat: sirloin)ουρά κιλότου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
wingtip,
wing tip
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(extremity of plane wing)ακροπτερύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)άκρη φτερού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tip' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: tip [back and forth, side to side], a [helpful, great, practical, top] tip, the [table, chair] is tipping, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tip στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tip'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης