timing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtaɪmɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtaɪmɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(tīming)

From the verb time: (⇒ conjugate)
timing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: timing, time

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (picking right time to do [sth])συγχρονισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομ, ανεπίσημο)timing ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 With perfect timing, Tim suggested an ideal solution, just as everyone thought they would never find one.
 Με τέλειο συγχρονισμό ο Τιμ πρότεινε την ιδανική λύση εκεί που όλοι νόμιζαν ότι δεν θα την έβρισκαν ποτέ.
timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measuring of time)χρονομέτρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The timing of the experiment was closely monitored.
 Η χρονομέτρηση του πειράματος παρακολουθείτο προσεκτικά.
timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (event)χρονική στιγμή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομ, ανεπίσημο)timing ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ανάλογα την περίπτωση)ημερομηνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The timing of the exhibition clashed with my holiday, so I couldn't go.
 Η χρονική στιγμή της έκθεσης συνέπεσε με τις διακοπές μου και έτσι δεν μπόρεσα να πάω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (concept)χρόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Time passes quickly when you are older.
 Ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα όταν μεγαλώνεις.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specific hour)ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What time is it? It's 3:20.
 Τι ώρα είναι; Είναι 3:20.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duration)ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεγάλο χρονικό διάστημα)καιρός, χρόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 How much time will this meeting take?
 Πόση ώρα θα κρατήσει η συνάντηση;
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πόσον καιρό (or: χρόνο) θα πάρει η κατασκευή του σπιτιού;
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period)τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 At the time, we were just fifteen years old.
 Τότε ήμασταν μόλις δεκαπέντε χρονών.
 Εκείνον τον καιρό ήμασταν μόλις δεκαπέντε χρονών.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (count: instances)φορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We have eaten there three times.
 Έχουμε φάει εκεί τρεις φορές.
time [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sports: measure)χρονομετρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The coach timed the runner's sprint.
 Ο προπονητής χρονομέτρησε την κούρσα του αθλητή.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (moment to spare)χρόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Do you have time to talk?
 Έχεις χρόνο να μιλήσουμε;
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (occasion)ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's party time! Let's put on our dancing shoes!
 Είναι ώρα για πάρτι! Ας φορέσουμε τα παπούτσια του χορού!
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (season)εποχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Have you ever visited Normandy in apple blossom time?
 Έχεις επισκεφτεί ποτέ τη Νορμανδία την εποχή που ανθίζουν οι μηλιές;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
time adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to time)χρονικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Some people believe that time travel is possible.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instant)στιγμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  χρονική στιγμή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Where was he at that time?
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (era)εποχή, περίοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καιροί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The sixties were an interesting time in America.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lifetime)ζωή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has loved a lot of women in his time.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: rhythm)ρυθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In many bands, the drummer keeps time.
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: tempo)χρόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  τέμπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What time should I play this piece in? Allegro, do you think?
time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measurement type)ώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We are on Daylight Savings Time now.
times preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (multiplied by)επί επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)φορές ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Three times two is six.
 Τρία επί δύο ίσον έξι.
 Τρεις φορές το δύο κάνει έξι.
time [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (regulate)συγχρονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We timed the engine so the spark plugs fire at the right intervals.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
timing | time
ΑγγλικάΕλληνικά
pubertal timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (when sexual development occurs)εμφάνιση ήβης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sense of timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (awareness of best moment to speak or act)αίσθηση της καταλληλότητας της στιγμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά)αίσθηση του χρόνου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συγχρονισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 What makes him such a brilliant comedian is his sense of timing.
timing belt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of a vehicle's engine)ιμάντας χρονισμού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
timing chain (machinery)ιμάντας χρονισμού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
two-timing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (action of being unfaithful) (μεταφορικά)διπλή ζωή επίθ + ουσ θηλ
  απιστία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
two-timing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (who is unfaithful)που έχει διπλή ζωή, που κάνει διπλή ζωή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'timing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [car's, truck's] timing belt, the timing is [important, essential], the timing will have to be perfect, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση timing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'timing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης