timber

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɪmbər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtɪmbɚ/ ,USA pronunciation: respelling(timbər)

Σε αυτή τη σελίδα: timber, timbre
Ο όρος 'timber' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'timbre'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'timber' is an alternate term for 'timbre'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
timber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (wood)ξυλεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)ξύλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The builder ordered some timber for the project he was working on.
 Ο χτίστης παρήγγειλε ξυλεία για το έργο στο οποίο εργαζόταν.
timber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (construction: piece of wood)ξύλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The timbers were in place to support the roof.
 Τα ξύλα ήταν στη θέση του για να στηρίξουν τη στέγη.
timber n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (made of wood)ξύλινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The fire consumed the timber buildings.
 Η φωτιά κατάπιε τα ξύλινα κτίρια.
Timber! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (shout when tree falls)προσοχή, πέφτει δέντρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "Timber!" shouted the lumberjack, as the tree began to fall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
timbre nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sound: tone)ηχόχρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
timber | timbre
ΑγγλικάΕλληνικά
lumberyard,
lumber yard (US,
Can),
timber yard,
timber-yard,
timberyard (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(where timber is stored or sold)ξυλαποθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
timber forest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woodland area grown for lumber)δάσος ξυλείας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You could hear the chainsaws in the timber forest from quite a distance.
timber wolf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wild canine with grey coat)λύκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (κατά λέξη, κυριολεκτικά)γκρίζος λύκος επίθ + ουσ αρσ
timber work nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wooden structure)ξυλοκατασκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Over all the house was well-built but there were one or two problems with the timber work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'timber' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a timber supplier, has a timber frame, a [booming, broke, dead] timber industry, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση timber στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'timber'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης