Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

tie one on


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο tie παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: one | on
Σε αυτή τη σελίδα: tie, necktie

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tie [sth] to [sth] vtr + prep (attach using string, rope) (κάτι σε κάτι)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He tied the horse to the post.
 Έδεσε το άλογο στον πάσσαλο.
tie [sth] with [sth] vtr + prep (attach using string, rope) (κάτι με κάτι)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He tied the package with string.
 Έδεσε το πακέτο με σπάγκο.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make: a knot)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She tied string round the giftbox.
 Έδεσε τον σπάγκο γύρω από το δώρο.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shoelaces: fasten)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The runner tied her shoelaces tightly before starting her jog.
 Η δρομέας έδεσε σφιχτά τα κορδόνια της πριν αρχίσει το τρέξιμο.
tie viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sport: be even)έρχομαι ισοπαλία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two teams tied for first place.
 Οι δύο ομάδες ήρθαν ισοπαλία.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make the score even)ισοφαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They tied the game with the last score.
 Ισοφάρισαν με το τελευταίο γκολ.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK (necktie)γραβάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He wore a blue tie to go with his white shirt.
 Φόρεσε μπλε γραβάτα για να ταιριάζει με το άσπρο του πουκάμισο.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport, game: draw)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ζαργκόν: αθλήματα)χι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Neither team was happy with the 2-2 tie.
 Καμία ομάδα δεν ήταν ικανοποιημένη με την ισοπαλία 2-2.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tie [sth] on,
tie on [sth]
vtr + adv
(attach with string, rope)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσδένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (string, etc., for attaching things)δέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The tie came loose and the bag dropped.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (bond)δεσμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He stays in Ohio because of his family ties.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod)ράβδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The metal tie helped hold the structure together.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: line connecting notes)σύνδεση, σύζευξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 To elongate the last note of the measure, there is a tie to the following half note.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (railroad)στρωτήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Railroad ties support the steel tracks.
tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (shoe)δετό παπούτσι επίθ + ουσ ουδ
 Do you prefer a tie or a loafer?
tie [sth] in [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make a knot in) (κόμπο σε κάτι)δένω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He tied a knot in his scarf.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." mainly US (match in sports) (ικανότητες)είμαι ισάξιος, είμαι ισοδύναμος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αποτέλεσμα αγώνα)έρχομαι ισόπαλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Canadian team tied the French.
tie [sb] to [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, often passive (restrict) (μτφ, παθ: σε κάτι)είμαι δεμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (με γενική)είμαι δέσμιος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (ενεργητική φωνή, μτφ)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He is tied to the job by the golden handcuffs in his contract.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (extend sound of: note)συνδέομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι συνδεδεμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The C is tied over the bar for half a beat.
tie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (connect: musical notes)είμαι συνδεδεμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The quarter note and the eighth note were tied.
be tied vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be equal) (όσον αφορά τα χαρακτηριστικά)είμαι ισάξιος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (όσον αφορά το αποτέλεσμα)είμαι ισόπαλος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 With one day to go until the final vote, the two candidates were tied.
tie [sb/sth] to [sth] vtr + prep figurative, often passive (connect, link)έχω δεσμούς, έχω σχέσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω επαφές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι συνδεδεμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The politician had to resign because it was discovered that he was tied to the mafia.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
necktie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tie worn around the neck)γραβάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I won't work in an office that requires me to wear a necktie.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
tie | necktie
ΑγγλικάΕλληνικά
tie in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be consistent)συνάδει ρ τριτ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 James said they'd got home at 2 am and Paul said the same, so that ties in.
tie in with [sth] vi phrasal + prep (be consistent with)συνάδει με κτ ρ τριτ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κολλάω με κτ ρ αμ + πρόθ
 This pottery fragment is 500 years old, which ties in with what archaeologists believe about the age of the settlement.
tie [sth] in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (connect with [sth](κτ με κτ)συνδέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά: κτ με κτ)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This is a great idea, but it doesn't seem to fit with the rest of the novel. I'm not sure we can tie it in.
tie in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (occur at coordinated time)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Our train gets in at 19:00 and the concert starts at 19:30, so that ties in.
tie in with [sth] vi phrasal + prep (occur at coordinated time with)ταιριάζω με κτ ρ αμ + πρόθ
  συντονίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 You want to meet for lunch? We'll be in town at midday anyway, so yes, that ties in with our plans.
tie into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] US, figurative, informal (get started on)ξεκινώ να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tie [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." slang (accounting: match) (λογιστική)ταιριάζω, αντιστοιχώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you tie out the client's financial statements with his accounts receivable ledger?
tie out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (accounting: tally) (λογιστική)συμφωνώ, ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 These numbers don't tie out.
tie [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (fasten or secure with rope)δένω, ασφαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
tie [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (keep occupied)απασχολώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tie [sth] up,
tie up [sth/sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (end, bring to a conclusion) (μεταφορικά)καταλήγω, τελειώνω, συμπεραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The writer struggled to tie up his complex story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
tie | necktie
ΑγγλικάΕλληνικά
black tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (men's formal evening wear)σμόκιν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The men had to wear black tie for the company's Christmas dinner.
black-tie n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (of men's formal evening wear)του σμόκιν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
black-tie n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (event: requiring men's formal wear)που απαιτεί επίσημο ένδυμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που απαιτεί επίσημη ενδυμασία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bolo tie (necktie)κόσμημα σε στυλ γραβάτας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bow tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bow-shaped necktie)παπιγιόν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective.
 Alan was wearing a bow tie.
 Ο Άλαν φορούσε παπιγιόν.
bow-tie n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (dinner, etc.: formal)επίσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κυριλέ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ενδυματολογικός κώδικας)που απαιτεί επίσημο ένδυμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's been invited to a bow-tie dinner.
 Τον προσκάλεσαν σε ένα επίσημο δείπνο.
collar and tie adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dress: formal) (ρούχο, ένδυμα)επίσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
collar and tie adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (event: requiring formal dress)που απαιτεί επίσημο ένδυμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που απαιτεί επίσημα ρούχα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our Sixth Form Prom was a collar and tie event.
hogtie [sth/sb],
also UK: hog-tie [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(tie feet together) (ζώο ή σαν ζώο)δένω χειροπόδαρα ρ μ + επίρ
hogtie [sb],
also UK: hog-tie [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (impede, thwart: [sb](μεταφορικά)δένω τα χέρια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καθηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tie the knot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (get married)παντρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)βάζω την κουλούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tom and Rachel tied the knot at the church last night.
railroad tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (railway track: sleeper, block supporting track)στρωτήρας σιδηροδρόμων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
silk tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (men's neck garment made of silk fabric)μεταξωτή γραβάτα επίθ + ουσ θηλ
tie again vi + adv (sport: score another draw)φέρνω ισοπαλία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tie [sth] back vtr + adv (hair: pull back, attach)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The volleyball player tied back her long hair so it would not get into her eyes during the tournament.
tie clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clasp for securing a necktie)καρφίτσα γραβάτας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I got him an elegant gold tie clip for his birthday.
tie [sth] down vtr + adv (fasten with rope)δένω, ασφαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tie [sb] down vtr + adv figurative (restrain, restrict [sb](μεταφορικά)περιορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
tie [sth] in with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (connect [sth] with [sth])συνδέω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Detectives are trying to tie in the witness accounts and CCTV footage with what they suspect happened.
tie [sth] in with [sth],
tie in [sth] with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(coordinate timing of)συμπίπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The publishers want to tie in the book launch for the famous poet's biography with the centenary of his death.
tie rod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building: structural tie)συνδετήρια ράβδος επίθ + ουσ θηλ
  ελκυστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
tie rod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cars: part of steering system)κατευθυντήρια ράβδος επίθ + ουσ θηλ
tie the knot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (get married)παντρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When is your sister going to tie the knot?
tie-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (traffic hold-up)μποτιλιάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
tie up loose ends v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (resolve a situation)τακτοποιώ τις εκκρεμότητες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κλείνω την υπόθεση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tie-dye n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to tie-dying fabric)δετοβαμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: Συνήθως χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
tie-dye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (technique of coloured patterns on fabric)tie-dye ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Ξενικό. Χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
tie-in nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (product connected to film, book, etc.)σχετικό προϊόν, σχετικό είδος επίθ + ουσ ουδ
tie-in nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (connected matter)σχετικό θέμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνδεδεμένο θέμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
tiebreaker,
tie-breaker,
also UK: tie-break
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sports, game: [sth] that resolves a draw) (αθλήματα: σε ισοπαλία)ταί μπρέικ ουσ ουδ ακλ
  (αμετάφραστο)tiebreaker ουσ ουδ ακλ
twist tie (short wire)συρματάκι δεσίματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
white tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (men's formal dress)φράκο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I'll be wearing white tie to the mayor's ball.
white tie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (men's bow tie)λευκό παπιγιόν επίθ + ουσ ουδ άκλ
 Ron was wearing a white tie with his tux.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tie one on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tie one on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης