Ο όρος 'three o'clock' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'three'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
three,
3
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(amounting to three of sthg)τρεις επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I have three coins.
 Έχω τρία κέρματα.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 3) (απόλυτος αριθμός)τρία ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Multiply that number by three.
 Πολλαπλασίασε αυτόν τον αριθμό με το τρία.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(symbol for number 3) (σύμβολο)τρία ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (καθομιλουμένη)τριάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: πληθυντικός: τα τριάρια
 Write a three in the blank.
 Γράψε ένα “τρία” στο κενό.
 Γράψε ένα τριάρι στο κενό.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(people, things: set, group of 3)τριάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Detroit Three were famous thieves. This set of underwear comes in a three.
 Η τριάδα του Ντιτρόιτ ήταν διάσημοι κλέφτες.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 3 o'clock)τρεις β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I'm meeting Anne at three.
three,
3
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(people, things: 3 of them)τρία ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
3 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, written (third day of specified month)στις τρεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)τρίτη επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: The example would be spoken "June third".
 This will be due June 3.
 Αυτό πρέπει να παραδοθεί στις τρεις Ιουνίου.
3 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK, written (third day of specified month)τρίτη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: The example would be spoken as "(the) third of April". This date format is most commonly used in the UK, though it is gaining popularity in the US.
 Entries to the photography competition must be received by 3 April.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
three,
3
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(three years old) (ετών, χρονών)τριών επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είμαι τριών χρονών.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(set of three things)τριάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This set of underwear comes in a three.
three nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (card)τριάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The dealer gave me a three.
three,
3
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(playing card: with 3 pips)τριάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The dealer gave me a three.
three nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domino)τριάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I need to draw a three.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
three o'clock,
3 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 3 P.M.)τρεις η ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τρεις το απόγευμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αδόκιμο, αλλά συχνό)τρεις το μεσημέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
three o'clock,
3 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 3 A.M.)τρεις η ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τρεις τη νύχτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τρεις τα ξημερώματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αδόκιμο, αλλά συχνό)τρεις τα μεσάνυχτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση three o'clock στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'three o'clock'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης