Σε αυτή τη σελίδα: the most, most
Ο όρος 'the most' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'most'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'the most' is an alternate term for 'most'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the most advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (more than any other) (αν ακολουθεί ουσιαστικό)τους περισσότερους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν ακολουθεί επίθετο)ο πιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Betsy won the prize because she found the most Easter eggs. John had the most expensive car of all of us.
the most advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (more than any other)πιο πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  περισσότερο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Out of all my brothers, I love Mark the most.
the most adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, slang, dated (outstanding) (αργκό, παλαιό)φίνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό, μεταφορικά)δεν υπάρχει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He's so dreamy, he's just the most.
 Είναι απίθανος, απλά δεν υπάρχει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
most adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (almost all)ο περισσότερος άρθ ορ + επίθ
  ο πιο πολύς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most flowers are pretty.
 Τα περισσότερα (or: Τα πιο πολλά) λουλούδια είναι όμορφα.
most,
the most
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(in the greatest number)περισσότεροι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πιο πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This plant has the most strawberries.
 Αυτό το φυτό έχει τις περισσότερες (or: πιο πολλές) φράουλες.
most adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in the greatest measure)περισσότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πιο πολύς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Father makes the most money of all of us.
 Ο πατέρας βγάζει τα περισσότερα (or: πιο πολλά) χρήματα από όλους μας.
most adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (to the greatest degree)πιο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο, εμφατικός τύπος)πλέον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 That is the most difficult game of all.
 Αυτό ήταν το πιο (or: πλέον) δύσκολο παιχνίδι από όλα.
most advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to the greatest quantity or degree) (από άλλους)περισσότερο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (από άλλους)πιο πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher likes him the most.
 Η δασκάλα τον συμπαθεί περισσότερο (or: πιο πολύ) από όλους.
most nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (majority or larger part of [sth])ο περισσότερος άρθ ορ + επίθ
  ο πιο πολύς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most of the soup has been eaten.
 Η περισσότερη (or: Η πιο πολλή) σούπα έχει φαγωθεί.
most advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to the greatest extent)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (εμφατικός τύπος: πολύ)ιδιαίτερα, εξαιρετικά, άκρως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He wrote most clearly, and his essay was persuasive.
 Έγραψε πολύ (or: ιδιαίτερα) ξεκάθαρα και η έκθεσή του ήταν πειστική.
most pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (greatest number)οι περισσότεροι άρθ ορ + επίθ ως ουσ
  οι πιο πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most don't read newspapers, but get their information from the internet. He owns more cars than most.
 Οι πιο πολλοί δεν διαβάζουν εφημερίδα, αλλά ενημερώνονται από το διαδίκτυο. Έχει περισσότερα αυτοκίνητα από τους περισσότερους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
most adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greatest quantity)περισσότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πιο πολύς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tom's glass has the most milk.
 Το ποτήρι του Τομ έχει το περισσότερο (or: πιο πολύ) γάλα.
most advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, informal (almost)σχεδόν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Most all of them are at home in the evening.
 Σχεδόν όλοι τους είναι στο σπίτι το βράδυ.
most pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (the majority)οι περισσότεροι άρθ ορ + επίθ ως ουσ
  οι πιο πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most are in favour of the proposal.
 Οι περισσότεροι (or: Οι πιο πολλοί) είναι υπέρ της πρότασης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
the most | most
ΑγγλικάΕλληνικά
for the most part advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (mostly, largely)σε γενικές γραμμές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I agree with you for the most part, but still have a problem with the timing of the plan.
 Συμφωνώ μαζί σου σε γενικές γραμμές, αλλά έχω ακόμη πρόβλημα με τον χρόνο του σχεδίου.
make the most of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take full advantage of)εκμεταλλεύομαι πλήρως κτ ρ μ + επίρ
  αξιοποιώ κτ στο έπακρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We made the most of our vacation by leaving our phones and computers turned off.
make the most of it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take advantage)εκμεταλλεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You only get one chance, so make the most of it.
make the most of your time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be productive)αξιοποιώ το χρόνο μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκμεταλλεύομαι το χρόνο μου όσο καλύτερα γίνεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Isabel made the most of her time in the UK by visiting as many places as she could.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'the most' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση the most στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'the most'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης