thaw

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈθɔː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/θɔ/ ,USA pronunciation: respelling(thô)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thaw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (melt)λιώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Now that the spring weather is here, the snow is starting to thaw.
 Τώρα που ήρθε ο ανοιξιάτικος καιρός, το χιόνι αρχίζει και λιώνει.
thaw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (defrost, melt)ξεπαγώνω, αποψύχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bob took the soup out of the freezer and thawed it in the microwave.
 Ο Μπομπ έβγαλε τη σούπα από την κατάψυξη και τη ξεπάγωσε στον φούρνο μικροκυμάτων.
thaw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (melting of ice and snow)λιώσιμο του χιονιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λιώσιμο του πάγου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συχνά αποδίδεται με το αντίστοιχο ρήμα.
 The thaw was late this year. The ice on the rock face was melting in a slow thaw.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thaw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (people, countries)αναθέρμανση των σχέσεων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Those two used to be sworn enemies, but there's been a thaw recently and they are polite to each other now, even if they're not friends.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
thaw out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (defreeze)ξεπαγώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
thaw out (defrost)τήξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λιώσιμο, ξεπάγωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It will take two or three days for the turkey to thaw out in the refrigerator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'thaw' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: thaw (the) [meat, food], the [snow, frost, steak] thawed, thaw (it) [overnight, to room temperature], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση thaw στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'thaw'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης