Σε αυτή τη σελίδα: thatching, thatch

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thatching,
thatch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant material for roof)καλάμι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται για την κατασκευή στέγης
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thatch vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (roof: cover with straw, etc.)καλύπτω με αχυροσκεπή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
thatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (roof covering: straw, etc.)αχυροσκεπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many of the older homes in the area have roofs made of thatch.
thatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (thick hair on head) (καθομιλουμένη, μτφ)αφάνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θάμνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Ned had a thatch of light blonde hair and a thick beard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση thatching στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'thatching'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης