that

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations strong: /ˈðæt/, weak: /ðət/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ðæt; unstressed ðət/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ᵺat; unstressed ᵺət)


Σε αυτή τη σελίδα: that, this and that

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
that pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (demonstrative: it, she, he) (αν είναι μακρυά)εκείνος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (αν είναι κοντά)αυτός αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (καθομιλουμένη)τούτος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Do you like that? That's not what I meant.
 Σου αρέσει εκείνο;
 Δεν εννοούσα αυτό.
that pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (relative)που αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  ο οποίος, η οποία, το οποίο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The food that I ate last night gave me a stomach ache.
that adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (as indicated) (αν είναι μακρυά)εκείνος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (αν είναι κοντά)αυτός αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (καθομιλουμένη)τούτος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 I like that scarf best.
 Μου αρέσει εκείνο το φουλάρι καλύτερα.
that adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (the more distant of two)εκείνος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 I'm not sure if I like this one or that one.
 Δεν είμαι σίγουρη αν προτιμώ αυτό ή εκείνο.
that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (so)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  και τόσο, και πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 It's not that easy to learn a new language after age fifty.
 Δεν είναι και τόσο εύκολο να μάθεις μία ξένη γλώσσα μετά τα πενήντα.
that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  και τόσο, και πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The movie was not that good.
 Η ταινία δεν ήταν και τόσο καλή.
that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (at which, in which)που αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 From the direction that he was going in, I would say he was headed to town.
 Από την κατεύθυνση που πήρε, θα έλεγα ότι πηγαίνει στην πόλη.
that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to such an extent) (πριν από επίθετο)τόσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (πριν από ουσιαστικό)τόσος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I cannot believe I could sleep that deeply. You may not believe me, but it was that hot.
 Δεν το πιστεύω ότι κοιμήθηκα τόσο βαθιά.
 Ίσως δεν το πιστέψεις, αλλά έκανε όντως τόση ζέστη.
that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (so … that: to such a degree that)που αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 He was so hungry that he could hear his stomach rumbling.
 Πεινούσε τόσο πολύ που άκουγε το στομάχι του να γουργουρίζει.
that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (quoting)ότι, πως σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 He said that he didn't want to go.
 Είπε ότι (or: πως) δεν ήθελε να φύγει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
that,
so that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
literary (in order that)με σκοπό να, με στόχο να περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  για να περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έτσι ώστε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She studied hard that she might become a doctor.
that pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (the thing indicated)εκείνος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Do you want this or that?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
this and that,
this,
that,
and the other
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(various things)και άλλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  και άλλα τέτοια, διάφορα τέτοια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διάφορα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  το ένα και το άλλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
that | this and that
ΑγγλικάΕλληνικά
accept [sth],
accept that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(tolerate, agree with) (κάτι, ότι)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She cannot accept that he is married to someone else now.
 Δεν μπορεί να δεχτεί το γεγονός ότι είναι παντρεμένος με κάποια άλλη πλέον.
acknowledge [sth],
acknowledge that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(admit, accept as true) (κάτι, ότι/πως)αναγνωρίζω, παραδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I acknowledge that I could have made better decisions.
 Αναγνωρίζω (or: παραδέχομαι) ότι θα μπορούσα να είχα πάρει καλύτερες αποφάσεις.
adamant that adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with clause: insistent) (σε κάτι, ως προς κάτι)ανένδοτος, ανυποχώρητος, αμετακίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The politician was adamant that the law be passed.
 Ο πολιτικός ήταν ανένδοτος ως προς το να περάσει ο νόμος.
admit to [sb] that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confess)παραδέχομαι σε κπ ότι/πως, ομολογώ σε κπ ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jones admitted to the police that he had been involved in the criminal enterprise.
advise [sb],
advise [sb] that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
formal (with clause: notify [sb](κάποιον ότι)ενημερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A text message advised me that my flight was delayed.
 Ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι η πτήση μου είχε καθυστερήσει.
affirm that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: assert that) (ότι/πως)διαβεβαιώνω, επιβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He affirmed that he would provide funding for the group.
 Διαβεβαίωσε ότι θα παρείχε χρηματοδότηση στον όμιλο.
afraid,
afraid that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(worried about possibility) (ότι/πως)φοβάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm afraid my money might run out before the end of the trip.
 Φοβάμαι ότι μπορεί να ξεμείνω από χρήματα πριν από το τέλος του ταξιδιού.
after that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (then, next)μετά πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 We went to see a film, and after that had a meal in an Italian restaurant.
 Πήγαμε να δούμε μια ταινία και μετά γευματίσαμε σε ένα ιταλικό εστιατόριο.
agree,
agree that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: share opinion) (ότι, πως)συμφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 All the pupils agree that she is a good teacher.
 Όλοι οι μαθητές συμφωνούν ότι είναι καλή δασκάλα.
all that nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (everything that, everything which)όλοι όσοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 "All that you see here," said our tour guide, "was built in the 19th century."
all that nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (all those things)όλα αυτά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "What about the driving arrangements?" "Leave all that to me."
all that adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (especially impressive)εντυπωσιακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)γαμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He thinks he's God's gift to women, but he's not all that.
all that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (particularly, especially)ειδικά, συγκεκριμένα, ιδαιτέρως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My dog isn't actually all that mean, but his size scares people.
All that glitters is not gold,
All that glistens is not gold
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative (appearances can be deceptive)Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
all that is nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (everything that exists)όλα όσα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 What if all that is existed only in your mind?
All's well that ends well.,
All is well that ends well.
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(everything is resolved happily)Τέλος καλό, όλα καλά. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: This is the title of a play by Shakespeare.
allow that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (concede) (ότι, πως)παραδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I will allow that this time I am wrong.
 Παραδέχομαι ότι αυτή τη φορά έχω άδικο.
allow that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (acknowledge) (ότι, πως)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The law allows that there may be exemptions.
allowing that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (acknowledging the possibility that)με δεδομένο ότι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
and all that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (etc.)και όλα αυτά, και τα λοιπά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
and all that goes with it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (and everything it entails)και όλα όσα συνεπάγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She gave her sister a birthday party, with cake, ice cream, and all that goes with it.
and all that sort of thing exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (and similar)και όλα τα σχετικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They found sea shells, driftwood, and all that sort of thing at the beach.
announce that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: proclaim) (ότι/πως)ανακοινώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναγγέλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Naomi unexpectedly announced that she did not want to attend her friend's wedding.
 Η Ναόμι ξαφνικά ανακοίνωσε πως δεν ήθελε να παραβρεθεί στον γάμο της φίλη της.
anticipate,
anticipate that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: expect) (ότι/πως)αναμένω, περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
appear,
appear that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: seem) (ότι, πως)φαίνεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 It appears you were correct after all.
 Φαίνεται πως έχεις δίκιο τελικά.
argue that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: assert, maintain) (ότι, πως)υποστηρίζω, ισχυρίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διατείνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Many physicists argue that black holes exist.
 Πολλοί φυσικοί υποστηρίζουν (or: ισχυρίζονται) ότι υπάρχουν μαύρες τρύπες.
ascertain that,
ascertain whether
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: determine) (ότι, πως, αν)διαπιστώνω, εξακριβώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι, πως)επιβεβαιώνω, επαληθεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It is simply impossible to ascertain whether or not the department will receive enough funding next year.
 Είναι απλώς αδύνατον να εξακριβώσουμε αν το τμήμα θα λάβει αρκετή χρηματοδότηση την επόμενη χρονιά ή όχι.
assert,
assert that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: say as true) (ότι/πως)διαβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Vivian asserted her dog was not to blame for the mess.
 Η Βίβιαν διαβεβαίωσε ότι ο σκύλος της δεν ευθυνόταν για την ακαταστασία.
assume,
assume that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: suppose) (ότι, πως)υποθέτω, εικάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συμπεραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Many people assume that a tie indicates a person of authority.
 Πολλοί υποθέτουν (or: εικάζουν) ότι η γραβάτα υποδεικνύει άτομο εξουσίας.
assuming,
assuming that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
(supposing) (ότι/πως)αν υποθέσουμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (ότι/πως)δεδομένου σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 We will have a picnic tomorrow, assuming that it doesn't rain.
assure [sb],
assure [sb] that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: say confidently) (κπ, κπ ότι/πως)διαβεβαιώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The tour guide assured the group that they would be able to see whales from the boat.
 Ο ξεναγός διαβεβαίωσε το γκρουπ πως θα μπορούσαν να δουν τις φάλαινες από το πλοίο.
at that exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in addition)επιπλέον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εκτός αυτού φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The car is too expensive, and it's ugly at that.
 Το αυτοκίνητο είναι ακριβό και, επιπλέον, άσχημο.
at that exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (and then)τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  και τότε φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 At that, the chairman ended the meeting.
 Τότε, ο πρόεδρος έληξε την συνάντηση.
at that moment advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at a specified instant in the past)εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 At that moment I realized that she truly loved me.
at that time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (during a specified past period)εκείνη τη χρονική περίοδο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 I was born in 1999. At that time my father was a captain, but now he is a major.
 Γεννήθηκα το 1999. Εκείνη τη χρονική περίοδο ο πατέρας μου ήταν λοχαγός, αλλά τώρα είναι ταγματάρχης.
at the same time that preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (at precise moment)τη στιγμή που έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Joey returned home at the same time that Zula was preparing to leave.
attest that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: demonstrate) (ότι/πως)βεβαιώνω, επιβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαρτυρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κτ, υπέρ κάποιου)συνηγορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The plethora of scientific evidence attests that global warming is a very real and growing problem.
avouch [sth],
avouch that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(avow, assert openly)βεβαιώνω, διαβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο, παλαιό)βεβαιώ, διαβεβαιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
aware that adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (knowing [sth](ότι/πως)γνωρίζω, ξέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω πληροφορηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω αντιληφθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (του ότι/πως)έχω επίγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm well aware that you're ready to leave, but would you please be patient?
 Γνωρίζω (or: Ξέρω) καλά ότι θέλεις να φύγεις, μπορείς να κάνεις λίγη υπομονή σε παρακαλώ;
bark that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (with clause: say angrily) (μεταφορικά: ότι/πως)γαβγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Roger barked that he wasn't ready yet.
be that as it may exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (despite [sth])όπως και να 'χει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The weather forecast says there will be heavy rain tomorrow. Be that as it may, we will not cancel the open-air concert.
 Το δελτίο καιρού προβλέπει πολλές βροχές αύριο. Όπως και να 'χει, δεν θα ακυρώσουμε την υπαίθρια συναυλία..
bear in mind that,
bear [sth] in mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(consider, take into account)έχω στο νου μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bear in mind that we already have an enormous sum invested in the project.
 Έχε στο νου σου ότι έχουμε ήδη επενδύσει ένα τεράστιο ποσό στο έργο.
bearing in mind,
bearing in mind that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
(considering that)έχοντας υπόψη, έχοντας κατά νου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  λαμβάνοντας υπόψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αν αναλογιστούμε ότι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That is a great score, bearing in mind that you just started studying yesterday.
because of that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (for reason specified)λόγω αυτού, εξαιτίας αυτού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She won't quit smoking and because of that we are breaking up.
been there,
done that
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(have already experienced [sth](μεταφορικά)όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα έχω περάσει και εγώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't want to watch a presentation about bankruptcy--been there, done that.
Been there.,
Been there,
done that.
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
informal (I have experienced that.) (εμπειρία)τα έχω περάσει, τα ξέρω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω βρεθεί στη θέση σου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
before that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (prior to a given occasion)πριν από επίρ + πρόθ
  πριν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  προηγουμένως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I started wearing glasses a couple of years ago; before that I wore contact lenses for 40 years.
believe,
believe that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(have faith) (ότι, πως)πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I believe God exists.
 Πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.
believe,
believe that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: have confidence) (ότι, πως)πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι σίγουρος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 I believe he will return as promised.
 Πιστεύω ότι θα γυρίσει, όπως υποσχέθηκε.
believe,
believe that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: think, suppose) (ότι, πως)πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I believe that it won't rain tomorrow, but I'm not sure.
 Πιστεύω ότι δε θα βρέξει αύριο, αλλά δεν είμαι σίγουρη.
bet,
bet that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
informal, figurative (with clause: expect) (ότι/πως)στοιχηματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι/πως)πάω στοίχημα, βάζω στοίχημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I bet Ian won't come to work today.
 Πάω στοίχημα (or: Βάζω στοίχημα) ότι ο Ίαν δεν θα έρθει στη δουλειά σήμερα.
bet [sb],
bet [sb] that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
informal, figurative (with clause: expect) (καθομιλουμένη)σε πάω στοίχημα, πάω στοίχημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  στοιχηματίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I bet you the math test will be easy.
boast that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (claim arrogantly) (ότι/πως)καυχιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κομπάζω, περηφανεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Elaine boasted that she can do a backflip, but no one has actually seen her do it.
 Η Ελέιν καυχήθηκε ότι μπορεί να κάνει ανάποδο σάλτο αλλά κανείς δεν την έχει δει όντως να το κάνει.
brag that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: boast) (ότι/πως)καυχιέμαι, κομπάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  περηφανεύομαι, υπερηφανεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κοκορεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 John bragged that he owned ten motorcycles.
 Ο Τζον περηφανευόταν πως είχε δέκα μηχανές.
by that time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the past)εκείνη την ώρα, εκείνη την στιγμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
by that time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the future)μέχρι τότε φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Where will you be in 50 years? By that time, I will be an old man!
certify that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (testify: that [sth] is true)πιστοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβεβαιώνω, βεβαιώνω, ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επικυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The witness was able to certify that the documents were not fake.
check that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: verify) (αν θεωρώ ότι ισχύει)επαληθεύω ότι/πως ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβεβαιώνω ότι/πως ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)τσεκάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please check that the balance of my account is at least four hundred dollars.
 Παρακαλώ επαληθεύστε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού μου είναι τουλάχιστον τετρακόσια δολάρια.
claim,
claim that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: assert that) (ότι, πως)ισχυρίζομαι, διατείνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Roger claims that he has seen aliens.
 Ο Ρότζερ ισχυρίζεται ότι έχει δει εξωγήινους.
concede [sth],
conceded that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(admit)παραδέχομαι, αναγνωρίζω, ομολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You have to concede that you misunderstood the question.
 Πρέπει να παραδεχθείς ότι παρανόησες την ερώτηση.
conceive [sth],
conceive that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(think up: an idea, etc.) (κάτι)συλλαμβάνω, σκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επινοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη: μια ιδέα)μου έρχεται, μου κατεβαίνει αντων + ρ αμ
  (ότι/πως)αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, σκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We conceived a plan to sneak away in the night.
 Συλλάβαμε (or: σκεφτήκαμε) ένα σχέδιο για να το σκάσουμε το βράδυ.
conclude,
conclude that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: decide that) (ότι/πως ή κάτι)συμπεραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταλήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After reviewing the clues, the detective concluded that the butler had committed the murder.
 Αφού εξέτασε τα στοιχεία, ο αστυνομικός συμπέρανε πως ο μπάτλερ είχε διαπράξει τον φόνο.
confident,
confident that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(with clause: feeling certain)βέβαιος ότι/πως, σίγουρος ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πεπεισμένος ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Janine is confident that she will win.
 Η Τζανίν είναι βέβαιη ότι θα κερδίσει.
conjecture [sth],
conjecture that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(speculate) (κάτι, ότι/πως)εικάζω, υποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The detective conjectured that the murderer hid the weapon in the forest.
connote that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (imply, have as a nuance)υπονοώ ότι, υπαινίσσομαι ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αφήνω να εννοηθεί ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His statement connoted that he would not be attending the event.
be conscious that v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (with clause: aware that)έχω επίγνωση ότι/πως, γνωρίζω ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αντιλαμβάνομαι ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When I took the exam, I was conscious that my parents were expecting a lot of me.
 Όταν έγραψα το διαγώνισμα, είχα επίγνωση ότι οι γονείς μου περίμεναν πολλά από μένα.
considering,
considering that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
(given that)δεδομένου ότι, με δεδομένο ότι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εφόσον, αφού σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 Considering that you've decided to go, I'll come too.
 Αφού αποφάσισες να πας, θα έρθω κι εγώ.
contend that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (argue) (ότι/πως)ισχυρίζομαι, διατείνομαι, υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The scientist contended that global warming is mostly due to human activities.
 Ο επιστήμονας υποστήριζε πως η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι κυρίως εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας.
convince [sb] [sth],
convince [sb] that [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make [sb] agree) (κάποιον ότι/πως)πείθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αλλαγή γνώμης)μεταπείθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jury had been sceptical, but the evidence convinced them the defendant was not guilty.
 Οι ένορκοι είχαν αμφιβολίες, αλλά οι αποδείξεις τους έπεισαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος.
convinced,
convinced that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(persuaded, certain that)πεπεισμένος ότι/πως μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, προφορικό)πεισμένος ότι/πως μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  βέβαιος ότι/πως, σίγουρος ότι/πως επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The old lady is convinced that family members are stealing money from her.
 Η ηλικιωμένη κυρία είναι πεπεισμένη ότι μέλη της οικογένειάς της της κλέβουν χρήματα.
counter,
counter that,
counter with
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(respond to argument) (ότι, πως ή κάτι)αντιτάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αντιπαραθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He countered that the plan was impractical.
declare that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: announce that) (ότι/πως)ανακοινώνω, αναγγέλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Julie declared that she was taking the afternoon off.
 Η Τζούλι ανακοίνωσε πως θα δεν θα δούλευε το απόγευμα.
decree that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: order officially) (ότι/πως)ορίζω με διάταγμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (να γίνει κάτι)βγάζω διαταγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διατάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The king decreed that every maiden in the kingdom had to try on the glass slipper.
deduce that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (work out) (ότι/πως)συμπεραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω το συμπέρασμα, εξάγω το συμπέρασμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 How did you deduce that no one had been here?
demand,
demand that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: insist) (να)απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίμονα)ζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)αξιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She demanded that he take out the trash.
 Απαιτούσε να βγάλει εκείνος τα σκουπίδια.
 Του ζητούσε να βγάλει τα σκουπίδια.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι πατατοπαραγωγοί αξίωναν συνάντηση με τον υπουργό.
demand,
demand that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: require) (κπ να κάνει κτ)απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι θα κάνω κτ)προϋποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The job demanded that he arrive at 8:30 every day.
 Η δουλειά απαιτούσε να έρχεται στις 08:30 κάθε πρωί.
despite that advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (nevertheless)παρ' όλα αυτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Thomas had slight leg injury, but, despite that, he managed to win the race.
despite the fact that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (even though)παρόλο που, αν και περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παρά το γεγονός ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
determine,
determine that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: resolve) (ότι/πως)αποφασίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι/πως)παίρνω την απόφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Charlie determined that he would do everything in his power to raise money for the charity.
 Ο Τσάρλι αποφάσισε πως θα έκανε ό,τι περνούσε απ' το χέρι του για να συγκεντρώσει χρήματα για τη φιλανθρωπική οργάνωση.
disclose that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: make known that) (ότι/πως)αποκαλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The company disclosed that it had lost money on the deal.
 Η εταιρεία αποκάλυψε πως είχε χάσει λεφτά από τη συμφωνία.
discover that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: realise)ανακαλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αντιλαμβάνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She discovered that she still had money in that account.
 Ανακάλυψε (or: αντιλήφθηκε) πως ακόμα είχε χρήματα σε αυτόν τον λογαριασμό.
dispute that [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deny, argue against)αρνούμαι, αμφισβητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The board does not dispute that these changes will cause some temporary difficulties, but we feel the end result justifies this.
divine that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: predict) (ότι/πως)μαντεύω, προβλέπω, προφητεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο, λόγιο)προλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The oracle divined that the emperor would die a violent death.
divine that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: guess, infer that) (ότι/πως)συμπεραίνω, καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαντεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 From Tim's unhappy expression, I divined that something terrible had happened.
doubt that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not believe)αμφιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He doubted that her story was true.
 Εκείνος αμφέβαλλε για την αυθεντικότητα της ιστορίας της.
 Εκείνος αμφέβαλλε αν ήταν αληθινή η ιστορία της.
doubtful,
doubtful about [sth],
doubtful that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(unconvinced, not sure)που έχει αμφιβολίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που αμφιβάλλει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 John is doubtful about whether he made the right choice.
 Ο Τζον έχει αμφιβολίες για το αν έκανε τη σωστή επιλογή.
 Ο Τζον αμφιβάλλει για το αν έκανε τη σωστή επιλογή.
dream that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: imagine while asleep) (ότι/πως)ονειρεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βλέπω στον ύπνο μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I dreamed that you would come.
 Ονειρεύτηκα πως θα έρθεις.
emphasize that,
also UK: emphasise that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(say, repeat for clarity) (ότι, πως)τονίζω, υπογραμμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He emphasized that he didn't want to stay working there.
 Τόνισε (or: υπογράμμισε) ότι δεν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται εκεί.
emphatic,
emphatic that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(adamant, determined)αποφασισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
estimate that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: judge, guess) (ότι/πως)εκτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Glenn estimated that his team would lose.
 Ο Γκλεν εκτίμησε πως η ομάδα του θα έχανε.
except,
except that
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(were it not for the fact that)μόνο που περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αλλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Liz would have come with us except that she had already accepted another invitation.
 Η Λίζ θα είχε έρθει μαζί μας, μόνο που είχε ήδη αποδεχθεί μια άλλη πρόσκληση.
expect,
expect that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: anticipate)αναμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)περιμένω, πιστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I expect our team will lose again. Big business is expected to maintain America's ability to compete in the world market.
 Αναμένω ότι η ομάδα μας θα χάσει πάλι.
expect that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suppose)υποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εικάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I expect that he got lost again.
 Υποθέτω ότι χάθηκε πάλι.
explain,
explain that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: make clear)εξηγώ ότι, εξηγώ πως ρ μ + μόριο
 Parents should explain that it is dangerous to play with matches.
 Οι γονείς πρέπει να εξηγούν ότι το παιχνίδι με τα σπίρτα είναι επικίνδυνο.
fancy!,
fancy that!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
dated (expressing amazement)άκου να δεις! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fancy that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (imagine) (ότι, πως)φαντάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He fancied that we would win the sweepstake.
 Φαντάστηκε ότι θα κερδίζαμε στη λοταρία.
fantasize that,
also UK: fantasise that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: imagine) (ότι/πως)φαντάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φαντασιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Vicky often fantasizes that she is married to a famous footballer.
feel,
feel that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: think) (ότι, πως)αισθάνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  νιώθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He felt that her actions were unfair.
 Αισθανόταν ότι οι πράξεις της ήταν άδικες.
feel bad that vi + adj (feel guilty) (έκανα κτ)νιώθω άσχημα που περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
figure,
figure that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
US, informal (with clause: reckon)νομίζω ότι/πως, υποθέτω ότι/πως ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μου φαίνεται ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I figure that I better get my hair cut soon.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'that' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: look at that [face, man, car], [pass, give, show, lend] me that [book, top], that [tree, man, store] over there, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση that στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'that'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης