Σε αυτή τη σελίδα: tercet, triplet
Ο όρος 'tercet' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'triplet'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'tercet' is an alternate term for 'triplet'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tercet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poetry: three-line unit)τερτσέτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
triplet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (one of 3 children from a single birth)τρίδυμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Maisie is a triplet and always got along well with her sisters.
triplet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poetry: 3-line verse)τρίστιχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In a break from his usual style, the poet composed several triplets for the occasion.
triplet,
tercet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music: three-note unit)τρίηχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The first twenty measures have a lot of quick triplets, so be careful of your fingering.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tercet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tercet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης