tender

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɛndər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtɛndɚ/ ,USA pronunciation: respelling(tendər)

Inflections of 'tender' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
tenderer
adj comparative
tenderest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (meat, food: soft, not tough)μαλακός, τρυφερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The lamb was tender and perfectly cooked.
 Το αρνάκι ήταν τρυφερό και τέλεια μαγειρεμένο.
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (skin: sensitive)ευαίσθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Rachel's arm was tender where she had bruised it the day before.
 Το χέρι της Ρέιτσελ ήταν ευαίσθητο εκεί που το είχε μελανιάσει την προηγούμενη μέρα.
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (kind, gentle)τρυφερός, στοργικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Peter's tender wife comforted him when he lost his job.
 Η στοργική γυναίκα του Πίτερ τον παρηγόρησε όταν έχασε τη δουλειά του.
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (emotionally sensitive)ευαίσθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Polly is a tender soul; be careful what you say to her.
 Η Πόλι είναι ευαίσθητη ψυχή· πρόσεχε τι της λες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (easily damaged)ευαίσθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (νεαρό, ευαίσθητο φυτό)τρυφερός, χλωρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Be careful not to expose your tender seedlings to any frosts.
tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (age: young) (μεταφορικά)τρυφερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The old man was shocked to hear such language coming from one of such tender years.
 Ο ηλικιωμένος κύριος σοκαρίστηκε όταν άκουσε τέτοιο λεξιλόγιο από ένα άτομο σε τόσο τρυφερή ηλικία.
tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bid, offer)προσφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The firm's tender was accepted and they got the contract.
tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nautical: supply ship)βοηθητικό πλοίο επίθ + ουσ ουδ
  εφοδιοφόρο πλοίο επίθ + ουσ ουδ
 This ship serves as a tender to the large battleship.
tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (railroads: coal, water car)όχημα μεταφοράς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  εφοδιομεταφορέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The fireman carried through coal from the tender to feed the engine.
tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dinghy)λέμβος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tender took the passengers out to the waiting ferry.
tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (currency)νόμισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In the countryside, people often do jobs for their neighbours in return for wood or vegetables, which are used as a kind of informal tender.
tender for [sth] vi + prep (bid for a contract)υποβάλλω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There are several firms tendering for this contract.
tender [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (offer)υποβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The young man tendered his thanks for the kindness the family had shown him. Olivia had had enough of her job and tendered her resignation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
illegal tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money that is not valid currency)νομικά άκυρο χρήμα, μη αποδεκτό χρήμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
invitation to tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: call for bidders)πρόσκληση υποβολής προσφορών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πρόσκληση σε διαγωνισμό φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 An invitation to tender is an efficient and fair way to select contractors.
legal tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money: valid currency)νόμισμα πληρωμών και συναλλαγών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A lot of people mistakenly believe that Scottish banknotes aren't legal tender in England. Though they're very uncommon, $2 bills are in fact legal tender in the US.
mock tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slow-cooked chuck steak)νουά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ψητό της κατσαρόλας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Αναφέρεται σε μαγειρευτό κρέας από σκληρό κομμάτι.
mock tender adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (chuck steak: slow cooked)αργομαγειρεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
public tender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open bid for business)δημόσιος διαγωνισμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Bids to construct the new stadium went out to public tender.
public tender offer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open bid for business)δημόσια προσφορά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tender age nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (youth)τρυφερή ηλικία επίθ + ουσ θηλ
 Mozart first performed for European royalty at the tender age of six.
tender date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deadline for a financial bid)προθεσμία υποβολής προσφοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tender feelings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (affection)τρυφερά αισθήματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He put all his most tender feelings in a letter to her.
tender heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kind nature, compassion)καλή καρδιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Her tender heart had won her many friends in the slum district.
tender mercies nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (discretion or compassion)έλεος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
tender mercy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (discretion or compassion)τρυφερή σχέση επίθ + ουσ θηλ
tender offer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bid to buy stocks)προσφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πρόσκληση υποβολής προσφοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tenderhearted,
tender-hearted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(gentle and kind)καλόκαρδος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tender' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a tender [offer, bid, project], [place, review, evaluate] a tender bid, the tender [details, requirements, specifications], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tender στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tender'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης