Σε αυτή τη σελίδα: ten o'clock, ten
Ο όρος 'ten o'clock' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'ten'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'ten o'clock' is an alternate term for 'ten'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ten o'clock,
10 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 10 A.M.)δέκα η ώρα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  δέκα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 At weekends, I rarely get up before ten o'clock.
ten o'clock,
10 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 10 P.M.)δέκα η ώρα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  δέκα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 There's not much to do in this town after ten o'clock.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 10)δέκα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Ten is the number that comes after nine and before eleven.
 Το δέκα είναι ο αριθμός μετά το εννέα και πριν το έντεκα.
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 10 o'clock)δέκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  δέκα η ώρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 "What time is it?" - "Ten."
 «Τι ώρα είναι;» «Δέκα.»
ten,
10
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(10 in number)δέκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 There were ten people in the queue.
 Υπήρχαν δέκα άτομα στην ουρά.
ten,
10
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(10 years of age)δέκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  δέκα ετών, δέκα χρονών φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Emily is ten.
 Η Έμιλι είναι δέκα ετών.
tens of [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thousands, millions: times ten)δεκάδες επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 When the company folded, tens of thousands of factory workers lost their jobs.
tens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (multiples of ten)δεκάδες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
ten,
10
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(people, things: 10 of them)δέκα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
10 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, written (tenth day of specified month)δεκάτη επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: The example would be spoken "July tenth".
 We fly out of New York City on July 10.
10 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK, written (tenth day of specified month)δεκάτη επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: The example would be spoken as "(the) tenth of July". This date format is most commonly used in the UK, though it is gaining popularity in the US.
 This offer is valid until 10 July 2019.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a ten,
a 10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
slang (person: good looking) (ανεπίσημο, μεταφορικά)δεκάρι ουσ ουσ
  που παίρνει δέκα, που παίρνει άριστα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Steve is definitely a ten!
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ten units)δέκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  δεκάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can you go to the shop for some cakes? Get ten so there'll be enough for everyone in the office.
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, Can, AU, informal (paper money: bill worth 10 dollars) (καθομιλουμένη)δεκαδόλλαρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (paper money: note worth 10 pounds)χαρτονόμισμα των είκοσι λιρών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
ten,
10
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(paper money: note worth 10 euros)δεκάευρο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ten o'clock στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ten o'clock'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης