teaser

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtiːzə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(tēzər)


Σε αυτή τη σελίδα: teaser, tease, teaser trailer
Ο όρος 'teaser' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'tease'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'teaser' is an alternate term for 'tease'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
teaser,
tease
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person who teases) (καθομιλουμένη)πειραχτήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  που του αρέσει να πειράζει τους άλλους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't be such a teaser – just tell me straight!
 Τι πειραχτήρι που είσαι! Θα με σκάσεις μέχρι να μου πεις!
teaser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advertisement) (μεταφορικά)κράχτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The ad was just a teaser to get people into the store.
 Η διαφήμιση ήταν απλώς κράχτης για να μπει κόσμος στο κατάστημα.
teaser for [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advertisement, preview)διαφήμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κομμάτι έργου)απόσπασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ζαργκόν)teaser ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ανεπίσημο, καθομ)τισεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They've been showing a provocative teaser for tomorrow's episode.
 Έδειχναν ένα προκλητικό απόσπασμα για το αυριανό επεισόδιο.
teaser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (question, puzzle)γρίφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ερώτηση παγίδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The puzzle turned out to be a challenging teaser.
 Το παζλ αποδείχθηκε ένας απαιτητικός γρίφος.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
teaser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fishing lure)δόλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tease [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make fun of)πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κοροϊδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)δουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I got teased at school because my hair looked funny.
 Στο σχολείο με πείραζαν γιατί τα μαλλιά μου τους φαίνονταν αστεία.
 Στο σχολείο με κορόιδευαν γιατί τα μαλλιά μου τους φαίνονταν αστεία.
 Στο σχολείο με δούλευαν γιατί τα μαλλιά μου τους φαίνονταν αστεία.
tease [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (annoy)πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Stop teasing your little sister!
 Σταμάτα να πειράζεις τη μικρή σου αδερφή!
tease [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tantalize)βάζω σε πειρασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She teased us with smells of roasted garlic and herbs.
tease [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (comb: hair)χτενίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συγκεκριμένο χτένισμα)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για να δώσω όγκο)κρεπάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She teased her hair into a beehive style for the party.
tease viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (disturb, provoke)προκαλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He's always teasing.
tease,
teaser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (person who teases) (για όλα τα γένη)πειραχτήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Your brother's always a tease. I never know if I can trust him.
 Ο αδερφός σου είναι πάντα πειραχτήρι. Ποτέ δεν ξέρω εάν μπορώ να τον εμπιστευτώ.
tease,
teaser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (flirt) (μεταφορικά)πειρασμός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She's such a tease, wearing clothes like that.
 Με τέτοια ρούχα είια σκέτος πειρασμός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
teaser trailer,
teaser,
tease
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(TV, film: short promotional film)τίζερ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος γραμμένος στα αγγλικά (teaser ή teaser trailer).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
teaser | tease | teaser trailer
ΑγγλικάΕλληνικά
brainteaser,
brain-teaser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(puzzle, riddle) (καθομιλουμένη)σπαζοκεφαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γρίφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αίνιγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
brainteaser,
brain-teaser
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(puzzle) (καθομιλουμένη)σπαζοκεφαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γρίφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αίνιγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a [movie, show, video] teaser, a teaser of the (new) [movie], [play, watch, post, share] a [movie] teaser, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση teaser στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'teaser'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης