tax

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtæks/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tæks/ ,USA pronunciation: respelling(taks)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (levy) (τέλος, επιβολή φόρου)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φορολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The government needs to raise taxes.
 Η κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει τους φόρους.
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty)δασμός, φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You don't have to pay tax on alcohol you buy at the airport.
 Δεν χρειάζεται να πληρώσεις φόρους για τα αλκοολούχα ποτά που αγοράζεις στο αεροδρόμιο.
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (income tax) (εισοδήματος)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She earned a lot last year, but paid a lot of tax too.
 Πέρσι είχε πολλά κέρδη, αλλά πλήρωσε και μεγάλο φόρο.
tax [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (apply duty, levy to)φορολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government doesn't tax books or newspapers.
 Η κυβέρνηση δεν φορολογεί βιβλία και εφημερίδες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sales duty) (κατανάλωσης)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Is there any sales tax on food?
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inheritance tax) (κληρονομιάς)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She had to pay a lot of tax on her mother's estate when she died.
tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (strain)επιβάρυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mailing expenses are quite a tax on our resources.
tax [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (demand mental power of)ζορίζω, κουράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 These puzzles really tax my brain.
tax [sb] with [sth] vtr + prep (charge) (εγώ για κάτι)κατηγορούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάποιον για κάτι)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He was taxed with neglecting his duties.
 Κατηγορήθηκε για αμέλεια των καθηκόντων του.
 Τον κατηγόρησαν για αμέλεια των καθηκόντων του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ad valorem tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax based on a % of property value)φόρος επί της αξίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
airport tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (landing fee)τέλος αεροδρομίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
before tax prep + n (before paying a tax)προ φόρων φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
before tax prep + n (exempt from being taxed)απαλλασσόμενος από φορολογία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
capital gains tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (levy on sale of assets)φόρος υπεραξίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  φόρος επί των κερδών κεφαλαίου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
carbon tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (environmental tax on fossil fuels)φόρος διοξειδίου του άνθρακα φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
CGT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (law: capital gains tax)φόρος υπεραξίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (συντομογραφία)ΦΥ ουσ άρσ άκλ
corporate tax,
also UK: corporation tax
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tax on business profits)φορολογία εισοδήματος εταιρειών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φορολογία επί του εισοδήματος εταιρειών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
council tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (local government tax on households) (φόρος προς το δήμο)δημοτικά τέλη φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Council Tax Benefit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (government allowance)έκπτωση δημοτικών τελών β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
death tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty payable on [sb]'s death)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He thought he would get a big inheritance from his father, but after the death tax it wasn't even enough to buy a car.
estate tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax on property after death)φόρος κληρονομιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Creating a trust is a way to avoid estate taxes.
flat tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (set rate of tax) (μη αναλογικός)ενιαίος φόρος επίθ + ουσ αρσ
  φόρος κατ' αποκοπή φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
gasoline tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (fuel duty, petrol tax)φόρος κατανάλωσης καυσίμων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Raising the gasoline tax would be a great way to reduce our dependence on foreign oil.
gift tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty levied on [sth] given to [sb])φόρος δωρεάς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
income tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (revenue paid on earnings)φόρος εισοδήματος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The amount of income tax I have to pay seems to increase every year.
 Ο φόρος εισοδήματος που πρέπει να πληρώνω, μοιάζει να αυξάνεται κάθε χρόνο.
indirect tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (VAT or sales tax paid by consumers)έμμεσος φόρος επίθ + ουσ αρσ
 Though the unemployed pay no income tax, they pay many forms of indirect tax.
indirect tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (taxes paid before [sth] reaches consumer, increasing final price)έμμεσος φόρος επίθ + ουσ αρσ
input tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty paid on materials by a business)φόρος εισροών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
joint tax return nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: with partner)κοινή φορολογική δήλωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
luxury tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax payable on non-essential goods)φόρος πολυτελείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
payroll tax (economics)φόρος επί του μισθού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
poll tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax payable per person, often as condition voting)κεφαλικός φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
pre-tax,
also US: pretax
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(profits, etc.: before tax)προ φόρων, προ φόρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Profit Before Tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount made prior to paying taxes) (λογιστική)κέρδος προ φόρων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
reduction in tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decrease in revenue)μείωση των φόρων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rise in unemployment has resulted in a reduction in tax for the government.
road tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (car ownership tax)τέλος κυκλοφορίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
sales tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty charged on goods)φόρος κατανάλωσης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We drove to New Jersey to buy the refrigerator because of New York's high sales tax.
school tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tax used to fund education)παρακράτηση φόρου για χρηματοδότηση της παιδείας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 A school tax is often assessed to property owners.
tax allowance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount of income left untaxed)φορολογική απαλλαγή επίθ + ουσ θηλ
  φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax arrears nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outstanding taxes owed)φορολογική οφειλή επίθ + ουσ θηλ
  μη καταβεβλημένοι φόροι φρ ως ουσ αρσ πλ
tax assessment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: property value)φορολογική αποτίμηση επίθ + ουσ θηλ
  καθορισμός φόρου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
tax auditor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who checks accounts kept for tax purposes)φορολογικός ελεγκτής επίθ + ουσ αρσ
tax base nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (resources subject to taxation)φορολογητέα βάση επίθ + ουσ θηλ
 Our tax base has dwindled since the hurricane.
tax bracket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (level of income for tax purposes)φορολογική κλίμακα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax break nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exemption from taxes)φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount of money payable in taxes)φορολογική επιβάρυνση επίθ + ουσ θηλ
tax code nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (code used to identify taxpayer)αριθμός φορολογικού μητρώου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (συντομογραφία)ΑΦΜ ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 You have to fill in your tax code at the top of the form.
tax collecting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gathering of tax payments)είσπραξη φόρων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax collector nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] employed to gather taxes)φοροεισπράκτορας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
tax concession nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax reduction)φορολογικό πλεονέκτημα επίθ + ουσ ουδ
tax credit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reduction in tax owed)έκπτωση φόρου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax cut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decrease in amount of tax)μείωση των φόρων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The proposed tax cut will mostly benefit the wealthy.
tax deductible,
tax-deductible
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(can be subtracted from earnings)που εκπίπτει από τον φόρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
tax deduction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expense subtracted from taxable earnings)έκπτωση φόρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tax document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (return, paper submitted for tax purposes)φορολογικό έντυπο επίθ + ουσ ουδ
tax dodge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (method of tax evasion)φοροαποφυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax evasion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not paying one's taxes)φοροδιαφυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax exempt,
tax-exempt
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not obligated to pay tax)που φοροαπαλλάσσεται, που έχει φοροαπαλλαγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
tax exemption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immunity from paying tax)φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax fraud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crime of deception to evade taxes)φορολογική απάτη επίθ + ουσ θηλ
tax haven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (country of low taxation) (μεταφορικά)φορολογικός παράδεισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φορολογικό καταφύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
tax levy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount charged as tax) (το πληρωτέο ποσό)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
tax levy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (property seizure to pay owed tax) (λόγω χρεών στην εφορία)κατάσχεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax liability nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal responsibility to pay taxes)φορολογική υποχρέωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax lien nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (claim on property to ensure tax payment)παρακράτηση περιουσίας λόγω οφειλής φόρων β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
tax money nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money paid in taxes)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
tax offense (US),
tax offence (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(crime: non-payment of taxes)φορολογικό αδίκημα επίθ + ουσ ουδ
tax office nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government office dealing with taxes)εφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
tax preparer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accountant hired to calculate taxes)φοροτεχνικός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  λογιστής, λογίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
tax provisions nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (relief or exemption from taxes)φορολογικές διατάξεις επίθ + ουσ θηλ πλ
tax rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (percentage of income liable to tax)φορολογικός συντελεστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Your tax rate depends on your income. The local sales tax rate is 8.61%.
 Ο οικονομικός συντελεστής σου εξαρτάται από το εισόδημά σου. Ο τοπικός φορολογικός συντελεστής για τις αγορές είναι 8,61%.
tax rebate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (repayment of money paid as tax)επιστροφή φόρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Tania was very pleased to discover she was due a tax rebate.
tax receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (detailed proof of purchase for tax purposes)απόδειξη είσπραξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tax refund nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rebate on overpaid tax)επιστροφή φόρου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm going to use my tax refund to buy a car.
tax return nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (form declaring income)φορολογική δήλωση επίθ + ουσ θηλ
 Please fill out your tax return, reporting your income for the 2008 financial year.
 Παρακαλώ συμπληρώστε τη φορολογική σας δήλωση αναφέροντας το εισόδημά σας για το οικονομικό έτος 2008.
tax shelter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (financial arrangements that reduce taxes)φορολογική ασπίδα επίθ + ουσ θηλ
 Andrew's tax shelter proved to be illegal.
tax withholding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holding tax back from earnings)παρακράτηση φόρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Tax withholding is based on all wages paid during a week.
tax-exempt status nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immunity from paying tax)φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Churches enjoy a tax-exempt status in the US. Most foreign diplomats have tax-exempt status.
 Οι εκκλησίες έχουν φοροαπαλλαγή στην Αμερική. Οι περισσότεροι ξένοι διπλωμάτες έχουν φοροαπαλλαγή.
tax-free,
tax free
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(econ: no tax)αφορολόγητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
value-added tax,
value added tax
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tax added at each step of production)φόρος προστιθέμενης αξίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Value added tax has just gone back up to 17.5%.
VAT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (Value Added Tax) (Φόρος Προστιθέμενης Αξίας)ΦΠΑ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: May be pronounced as an acronym or an initialism
 James calculated the VAT and added it to his invoice.
withholding tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax held back from earnings)παρακράτηση φόρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tax' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: tax the [people, population, town], [income, sales, corporation, inheritance] tax, a [low] tax [bracket, category, group], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tax στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tax'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης