WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tambour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a drum)ταμπουρίνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tambour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embroidery frame)τελάρο κεντήματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
tambour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embroidery)κέντημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
tambour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (architecture: circular wall) (αρχιτεκτονική)κυκλικός τοίχος επίθ + ουσ αρσ
tambour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (architecture: section of column)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
tambour [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (embroider)κεντάω κτ, κεντώ κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tambour στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tambour'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης